Τετάρτη 30 Ιανουαρίου 2013

Οι πενήντα αποχρώσεις του προβληματικού

Στη ζωή μου είναι πολλές οι φορές που το υποσυνείδητό μου, όπως το υποσυνείδητο της Αναστάζια Στιλ στο περιώνυμο πια βιβλίο, προσπαθεί να με συνετίσει, κουνώντας ηθικολογικά το δάχτυλο. Συχνά πυκνά μάλιστα κραυγάζει: «Δεν υπάρχει μόνο το άσπρο και το μαύρο, υπάρχει και το γκρι». Πράγματι, οι άνθρωποι, τα πράγματα, οι καταστάσεις δεν είναι πάντοτε ή έτσι ή αλλιώς. Υπάρχουν διαβαθμίσεις και όποιος συνηθίζει να βάζει ετικέτες, απλώς βλάπτει σοβαρά τον εαυτό του με την πνευματική του στενότητα. Στην περίπτωση, όμως, του εν λόγω πονήματος, που κατέληξε για ανεξιχνίαστους λόγους, που θα προσπαθήσουμε να διαλευκάνουμε παρακάτω, να αποτελέσει ένα απαράμιλλο εκδοτικό φαινόμενο, δεν υπάρχει το άσπρο. Δεν υπάρχει καν το γκρι. Υπάρχει μόνο το μαύρο της κενότητας, της ασημαντότητας και της διαιώνισης μιας αδιέξοδης κατάστασης που εγκαινιάστηκε στα γράμματα τις τελευταίες δεκαετίες.

Μόνο όταν οι γλυκανάλατες θεωρίες συνωμοσίας του κοελιανού σύμπαντος αποκαλύφτηκαν, οι χριστιανοί επανέκτησαν την πίστη που τους κλόνισε ο Νταν Μπράουν και η Σπιναλόγκα εκκενώθηκε από τα τηλεοπτικά συνεργεία, η E.L. James αποφάσισε να διασκορπίσει ακατάστατα στην παλέτα της λίγο άσπρο, λίγο μαύρο και να φτιάξει τις πενήντα αποχρώσεις του γκρι. Το βιβλίο, που διάβασε πλήθος κόσμου μάλλον από περιέργεια, συζητήθηκε ευρέως και προτάθηκε στις αδιακόρευτες και τις νοικοκυρές ως καινοτόμο και απολαυστικό ανάγνωσμα. Επιπλέον, εκθειάστηκε από το γυναικείο κυρίως κοινό ως όργανο σεξουαλικής απελευθέρωσης. Κι ενώ στηλιτεύτηκε από άλλους ως κακογραμμένο, παρόλ’ αυτά αναμένεται να σπάσει και κάθε ρεκόρ εισιτηρίων από τη συρροή κινηματογραφόφιλων στις αίθουσες, όταν η πολυαναμενόμενη μεταφορά του στη μεγάλη οθόνη ολοκληρωθεί.
 
Ωστόσο, το βιβλίο είναι αναντίρρητα προβληματικό. Δε διακρίνεται από λογοτεχνικότητα, δε συγκινεί, δεν τέρπει αισθητικά, δεν προβληματίζει. Μοιάζει με σελίδες ημερολογίου ονειροπαρμένης έφηβης. Ιδιαιτερότητα στο ύφος δεν υπάρχει. Η γλώσσα είναι φτωχή. Το λεξιλόγιο περιορισμένο. Οι διάλογοι βραχυλογικοί. Η ψυχογράφηση των κάθε άλλο παρά ρεαλιστικών ή πειστικών ηρώων ρηχή. Η πλοκή παιδαριώδης. Οι περιγραφές ανεπιτήδευτες. Οι αφηγήσεις παραπέμπουν σε δημοσιογραφικές περιλήψεις που συναντά κανείς σε εφημερίδες. Τίποτε δεν αισθητοποιείται. Ως ανάγνωσμα είναι ανιαρό. Δεν είναι συναρπαστικό. Δεν είναι εθιστικό. Δεν είναι σοκαριστικό. Τότε γιατί πουλάει;

Ένας λόγος είναι ότι πουλάει γιατί είναι πορνογράφημα χωρίς αγοραίο εξώφυλλο και με δυσερμήνευτο τίτλο που δεν προδίδει το περιεχόμενο. Έτσι, μεταφέρεται και διαβάζεται παντού ανερυθρίαστα. Έτσι, απενοχοποιεί τις κοπέλες που μέχρι πρότινος ακκίζονταν ότι δεν μπορούν να βλέπουν τολμηρά, ερωτικά θεάματα και δεν παραδέχονταν ότι έχουν ανομολόγητες φαντασιώσεις ούτε στους συντρόφους τους ούτε στις φιλενάδες τους. Πολλές φορές ούτε στους εαυτούς τους. Μήπως, λοιπόν, το απαύγασμα της στάσης που διαμόρφωσε το βιβλίο σηματοδοτεί ότι ήγγικεν επιτέλους η ώρα να γρονθοκοπήσουμε το κοινωνικό κατεστημένο που ήθελε και θέλει τη γυναίκα ταπεινή και συνεσταλμένη σε ό,τι αφορά τη χυδαία αναπαράσταση της ερωτικής συμπεριφοράς;

Νομίζω ότι δεν πρόκειται για γροθιά στο κατεστημένο, αλλά για ραπισματάκι σε σεμνότυφα ποπουδάκια, όπως τα ραπισματάκια του Κρίστιαν Γκρέι προς την Αναστάζια Στιλ, αφού απλά διεγείρει βαθιά καταχωνιασμένα σεξουαλικά ένστικτα πουριτανών, δίνει διέξοδο σε ορμές ψυχαναγκαστικά αποκηρυγμένες από τον καθωσπρεπισμό, την ίδια στιγμή που υποθάλπει σεξιστικά στερεότυπα για τον παραδοσιακό ρόλο των δύο φύλων: ο άντρας – Κυρίαρχος  και η γυναίκα – Υποτακτική.
 
Άρα, αν κάποιος υποστήριζε ότι το βιβλίο είναι πρωτοποριακό, ανατρεπτικό, επαναστατικό, αναμφίβολα θα έσφαλλε. Ούτε το στοιχείο του σαδομαζοχισμού, εκείνο που η συγγραφέας επέλεξε να συμπεριλάβει για να κάνει το έργο της πιο «πικάντικο», αντλώντας τις σχετικές πληροφορίες μάλλον από το διαδίκτυο, είναι νεοτεριστικό και αυτό θα μπορούσε να το επιβεβαιώσει τόσο η Ζυστίν και η Ζυλιέτ όσο και όσοι ακολούθησαν το δρόμο του Ντε Σαντ.
 
Ας επιστρέψουμε, όμως, στο ερώτημά μας. Υπάρχει άραγε κάποιος άλλος λόγος που έκανε το βιβλίο διάσημο; Αν υποθέσουμε, για παράδειγμα, ότι με δεδομένη την πανάρχαια αγάπη του ανθρώπου για τα πάσης φύσεως μυθεύματα μια κεντρομόλος δύναμη κάνει το βιβλίο να κινείται στον κόσμο του παραμυθιού, θα μπορούσαμε να εντοπίσουμε γιατί έχει προκαλέσει τέτοιο ενδιαφέρον παγκοσμίως;

Μπορεί, πράγματι, κάποιος να διακρίνει σε αυτό μια διάσταση παραμυθιού. Πώς λέγανε εκείνο το παραμύθι με τη φτωχή κοπέλα που έχασε το γοβάκι της, αλλά βρήκε τον έρωτα και την ασφάλεια στην αγκαλιά ενός όμορφου βασιλόπουλου; Η αλήθεια είναι ότι οι «Πενήντα αποχρώσεις του γκρι» (ή του ροζ, δεν έχει σημασία) θυμίζουν αυτό το παραμύθι, αποτελούν μια σύγχρονη εκδοχή του. Η ανασφαλής, συμπλεγματική σύγχρονη αναγνώστρια που παρά την παγκόσμια οικονομική κρίση ονειρεύεται ακόμα ζάμπλουτους πρίγκιπες – επιχειρηματίες και άσπρα άλογα – ελικόπτερα ταυτίζεται με την αδέξια, άπειρη, περιορισμένης αυτοεκτίμησης και ευθύνης ηρωίδα και αντιλαμβάνεται ότι υπερέχει έναντι αυτής. Με αυτόν τον τρόπο τονώνεται το αυτοσυναίσθημα της αναγνώστριας που εικάζει ότι, αφού τα κατάφερε η Αναστάζια, θα τα καταφέρει κι αυτή να αποκτήσει έναν αρρενωπό, πεντάμορφο και «προικισμένο» σύντροφο, που θα κατορθώσει να της επιδαψιλεύσει μια όλβια ζωή γεμάτη υλικά αγαθά, προβαίνοντας παράλληλα σε αγαθοεργίες προς τους αναξιοπαθούντες, παρά τις παράξενες ορέξεις του και το μυστηριώδες του χαρακτήρα του, που οφείλεται σε παιδικά τραύματα και που τον κάνει στα μάτια της ακόμα πιο αγαπησιάρη.

Με αυτά και με αυτά, οι πενήντα αποχρώσεις αυτού του προβληματικού βιβλίου μετατρέπονται σε πενήντα αποχρώσεις ενός προβληματισμού για την τροπή που έχουν πάρει τα πράγματα στην τέχνη. Ο προβληματισμός αυτός θα μπορούσε να διατυπωθεί με πενήντα διαφορετικούς τρόπους, συμπυκνώνεται, όμως, στα ακόλουθα:  

- Υποτάσσεται η λογοτεχνία στις περιορισμένες απαιτήσεις του αναγνωστικού κοινού ή το αναγνωστικό κοινό υποτάσσεται στην υποκουλτούρα που παράγεται και προωθείται μαζικά;


- Γιατί αξιόλογα έργα μένουν στην αφάνεια και τα «σκουπίδια» καταναλώνονται σαν τρελά;


- Γιατί ο κόσμος είναι καχύποτος απέναντι στα ευτελή και σκάρτα υλικά προϊόντα, αλλά όχι απέναντι στα πολιτιστικά;


- Επεκτείνεται αυτό το φαινόμενο και σε άλλα πολιτιστικά αγαθά ή περιορίζεται μόνο στη λογοτεχνία;


- Για χάρη ποιας μελλοντικής «προόδου» του ανθρώπινου πολιτισμού θυσιάζονται στο Μολώχ του κέρδους οι διανοητικές μας δυνάμεις; 

Εν τέλει, μια λογοτεχνία που κολακεύει τα κατώτερα πάθη και δε μεταρσιώνει το ανθρώπινο πνεύμα είναι παραλογοτεχνία. Ένας άνθρωπος που δεν αποδύεται στο κυνήγι νέων λέξεων, άρα και σκέψεων, αλλά επαναπαύεται στα λιγοστά πνευματικά εφόδια που διαθέτει και δελεάζεται από όσα μόνο άκοπα μπορεί να κατανοήσει είναι υπάνθρωπος. 



Σάββατο 13 Οκτωβρίου 2012

Εξομολόγηση ενός απαράδεκτου δασκάλου

Βασανίζομαι από τύψεις. Βρίσκομαι στα πρόθυρα της κατάθλιψης. Κάθε φορά που αντικρίζω ένα μαθητή βάφομαι πιο κόκκινος και από τις κοκκινίλες μου στα τετράδια. Είμαι ένας απαράδεκτος δάσκαλος.

Όχι, δε χρησιμοποιώ βία για την πειθαρχία της τάξης. Έπαψα προ πολλού να είμαι παραδοσιακός. Πρόσφατα όμως διαπίστωσα ότι μετερχόμουν άλλα μέσα, πιο βίαια και πιο αυταρχικά. Είναι γιατί ακολουθούσα την πάγια τακτική να απαιτώ να κάνουν αυτό που τους λέω και να το κάνουν όπως τους λέω.


Δεν υπήρχε τότε άλλη λύση.
Είχα καλό σκοπό κι ο σκοπός αγιάζει τα μέσα. Ήταν ο μονόδρομος που έπρεπε να τραβήξω, για να μάθουν τα πάντα σωστά.  Άλλο αν οδηγήθηκα σε αδιέξοδο, αφού δεν έμαθαν στο τέλος τίποτα.

Βέβαια οι περισσότεροι ξέρουν τι γράφουν μέσα τα βιβλία. Ξέρουν κάτι τόσο καλά που το θυμούνται αυτολεξεί. Αν τους ρωτήσεις πού το ξέρουν, σου λένε ακριβώς σε ποια σελίδα βρίσκεται. Κι αν τους ρωτήσεις τι γνώμη έχουν γι’ αυτό, ε τότε δε σου λένε τίποτα.

Γενικά οι μαθητές είναι είτε καλοί είτε κακοί. Οι καλοί είναι συνήθως έξυπνοι και οι κακοί ανόητοι. Έτσι νόμιζα παλιά. Δεν υπάρχουν διαβαθμίσεις. Ο μαθητής είναι καλός ή κακός. Ο καλός υπακούει, έχει φιλότιμο, σε σέβεται, σηκώνει χέρι, σε βοηθάει στη δουλειά σου. Ο κακός είναι αναιδής, σε αμφισβητεί, δεν μπορεί να παρακολουθήσει το μονόλογό σου και χασμουριέται, με δυο λόγια είναι μπελάς.

Θα αναρωτιέσαι αν πίστευα τότε στην προσωπικότητα του μαθητή. Σίγουρα κάθε άνθρωπος έχει ιδιαίτερες ανάγκες κι επιθυμίες, προσδοκίες και φόβους, αδυναμίες και δυνατότητες, ενδιαφέροντα και κλίσεις... Όμως μέσα σε μια τάξη με τόσα παιδιά και με το πρόγραμμα να σε κυνηγά πώς να ασχοληθείς με τις ιδιαιτερότητες;

Έτσι κι αλλιώς ο στόχος επετεύχθη, μπήκαν στο πανεπιστήμιο. Είναι πραγματικά μεγάλο πράγμα, το θυμάμαι και προσωπικά. Εγώ σπούδασα φιλολογία, γιατί με σαγήνεψαν οι λέξεις. Κι ύστερα, δάσκαλος πια, αυτές τις ίδιες λέξεις τούς απαγόρευσα να τις μιλούν, στόμωσα τη σκέψη και τον ψυχισμό τους και τα έχυσα σε καλούπια.

Τελικά δεν υπάρχουν απαράδεκτοι μαθητές· μόνο απαράδεκτοι δάσκαλοι υπάρχουν.



 

Τετάρτη 23 Νοεμβρίου 2011

Το πουλί που ονειρευόταν να πετάξει

Ήταν κάποτε ένα πουλί που του άρεσε να πετάει.
Θα μου πείτε, όλα τα πουλιά αρέσκονται να πετούν. Μα στο συγκεκριμένο Δάσος το πέταγμα είχε απαγορευτεί εδώ και πολύ πολύ καιρό.
Έτσι, μετά από αλλεπάλληλες γενιές πουλιών που δεν πετούσαν, οι νεοσσοί γεννιούνταν με όλο και πιο ασθενικές φτερούγες. Τον περασμένο χρόνο μάλιστα γεννήθηκε ένας κραυγαετός που δεν είχε καθόλου φτερούγες.
Ανάλογες απαγορεύσεις που ίσχυαν για τα πουλιά υπήρχαν βέβαια και για τα άλλα ζώα. Να σας πω για παράδειγμα ότι σε κανένα λαγό δεν επιτρεπόταν να τρέχει. Αν τον έβλεπαν οι Λύκοι, που ήταν οι φύλακες του Δάσους, θα του έδιναν κλήση. Αλλά για τα πουλιά οι νόμοι ήταν αυστηρότεροι.
Το γεγονός αυτό δεν ενοχλούσε παρά λιγοστά είδη πουλιών. Δεν ξέρω ποια ακριβώς ήταν δυστυχισμένα, γιατί φοβούνταν και δεν το τιτίβιζαν. Όλα τα υπόλοιπα έδειχναν πολύ ικανοποιημένα, μιας και είχε επιλυθεί διαπαντός το πρόβλημα της διατροφής τους και μπορούσαν να γεύονται νοστιμότατους μεζέδες χωρίς να κοπιάσουν τα ίδια.
Και οι φωλιές τους όμως ήταν ιδιαίτερα ευρύχωρες και άνετες. Τους τις είχαν κτίσει κοντά στο μέρος όπου συγκεντρώνονταν καθημερινά όλα τα ζώα, για να ακούσουν τι είχαν να πουν τα Τσακάλια, εκπροσωπώντας το Βασιλιά τους, και στη συνέχεια να ψυχαγωγηθούν με το φθηνό – η αλήθεια είναι – αλλά κατανοητό σε όλους θέαμα που πρόσφεραν οι Βάτραχοι.
Τα πουλιά, λοιπόν, δεν ήταν πια αναγκασμένα να εξασφαλίζουν τη στέγη και την τροφή τους, γι’ αυτό άλλωστε και είχαν ξεχάσει να πετούν. Αλλά εκείνο το πουλί ονειρευόταν κάθε νύχτα ότι πετούσε. Τα όνειρά του μάλιστα τον τελευταίο καιρό ήταν τόσο ζωντανά που, όταν ξυπνούσε, ένοιωθε ότι αλήθεια μπορούσε να πετάξει. Κι η καρδιά του φτερούγισε από ευτυχία.
Κάθε μέρα που ξεκινούσε για το σχολείο βυθιζόταν σε σκέψεις. Προσπαθούσε να αποκρυπτογραφήσει τη σημασία αυτών των ονείρων. Δεν είχε δει ποτέ όσο ζούσε κανένα πουλί να πετάει. Αφού, λοιπόν, δεν είχε συγκεκριμένη εμπειρία, πώς γινόταν σε αυτή την αποκλίνουσα κατάσταση συνειδητότητας των ονείρων του να βλέπει ότι στη φύση των ομοίων του υπάρχει αυτή η ικανότητα;
Βέβαια δεν ήξερε ο μικρός φτερωτός μας φίλος ότι ερωτήματα σαν και αυτά απασχολούσαν εδώ και χρόνια έναν ολόκληρο επιστημονικό κλάδο. Στα πέρατα του δάσους, μακριά από τον οικισμό των ζώων, στο τιτάνιο ερευνητικό κέντρο με τα ψηλά τείχη που έφταναν ως στον ουρανό, οι Κουκουβάγιες ολονυχτίς μελετούσαν συστηματικά τέτοια ψυχολογικά θέματα, προσπαθώντας να εφεύρουν μία κατάλληλη μέθοδο, ώστε να εξαλείψουν τα υποσυνείδητα βιώματα.
Αυτό λοιπόν ούτε το ήξερε ούτε το φανταζόταν ο...
Σας ζητώ συγγνώμη για τη διακοπή, αλλά... τι γκάφα! Λίγο έλειψε να σας αποκαλύψω την ταυτότητα του ήρωα αυτής της πραγματικής ιστορίας. Ας βρω καλύτερα ένα ψευδώνυμο για το πουλί που επιθυμούσε να πετάξει, ώστε να διατηρηθεί η ανωνυμία του, γιατί δεν πρέπει να μάθει κανείς ότι υπάρχει κάποιος σε αυτή την κοινωνία ζώων που έχει τέτοιες επιθυμίες ή που κάνει τέτοιες ανήκουστες σκέψεις.
Για να προφυλάξουμε το φίλο μας από τις Αλεπούδες, που τρίβουν τα χέρια τους όποτε ανακαλύπτουν τέτοια περιστατικά, αφού ασκούν επίσημα το επάγγελμα του καταδότη και φορολογούνται μάλιστα γι’ αυτό, ας τον φωνάζουμε από δω και πέρα «Αιθεροβάμων». Άλλωστε, όπως σε ένα βάζο μαρμελάδα σημασία δεν έχει η ετικέτα, αλλά το περιεχόμενο, έτσι και στα ζώα σημασία δεν έχουν τα ονόματα, αλλά οι ψυχές τους.
Ο Αιθεροβάμων, λοιπόν, δε φανταζόταν καν ότι οι επιστήμονες προσπαθούσαν να απαλλάξουν τα ζώα από τα όνειρά τους. Περπατώντας όμως κάθε ξημέρωμα προς το σχολείο, έκανε περίπλοκες σκέψεις για τα όνειρα και ευχάριστες σκέψεις για το πέταγμα. Ήθελε να βρει τις κατάλληλες λέξεις, για να ορίσει το συναίσθημα που βίωνε στα όνειρά του, αλλά καμία τέτοια λέξη δεν υπήρχε στο λεξιλόγιό του. Εμείς βέβαια θα μπορούσαμε να το πούμε αυτό απλά και αβίαστα «αίσθηση ελευθερίας».
Τις ώρες που βρισκόταν στο σχολείο ήταν αδύνατο να σκεφτεί οτιδήποτε άλλο πέρα από τα μαθήματά του. Αυτό από τη μία οφειλόταν στο ότι ο δάσκαλος ήταν πολύ αυστηρός και αυταρχικός και δεν επέτρεπε να μην προσέχουν τα ζώα τη διδασκαλία του. Από την άλλη, τελείωνε φέτος το σχολείο και έπρεπε να προσπαθήσει σκληρά, για να πάρει το απολυτήριό του, ώστε να μπορέσει να εργαστεί στα μεγάλα δημόσια έργα. Δεν ήθελε να καταντήσει σαν τα τζιτζίκια που, επειδή όλη μέρα μπεκρολογούσαν, τα άλλα ζώα τα κοιτούσαν υποτιμητικά και τα περιθωριοποιούσαν, αλλά δεν έκαναν τίποτε γι΄αυτό.
Έτσι και σήμερα μπήκε στην τάξη αποφασισμένος να επιστήσει όλη του την προσοχή στο μάθημα. Το Φίδι, που όλοι αποκαλούσαν σοφό δάσκαλο και το σέβονταν, επειδή είχε παρακολουθήσει ανώτατες πνευματικές σπουδές, θα αναφερόταν σε μια κρίσιμη περίοδο της Νεότερης Ιστορίας του Δάσους και είχε ζητήσει να μη λείψει κανένας από την παράδοση.
Οι μαθητές άνοιξαν τα βιβλία τους στη σελίδα που τους υποδείχτηκε και προσπάθησαν να ερμηνεύσουν και να κατανοήσουν με την καθοδήγηση του δασκάλου τις εικόνες που υπήρχαν εκεί. Βλέπετε, τα βιβλία σ΄αυτό το σχολείο ζώων περιείχαν κυρίως φανταχτερές και εντυπωσιακές εικόνες που καθήλωναν τους μαθητές. Τις εικόνες αυτές κάποτε συνόδευαν κάποιες λιτές φράσεις, χωρίς ρήματα, ή – σπανιότερα – σύντομα και ευκολομνημόνευτα κείμενα.
Την προσοχή του Αιθεροβάμονα αιχμαλώτισε μια συγκεκριμένη εικόνα που παρίστανε ένα δίποδο ον δυο μέτρα ψηλό, το οποίο το Φίδι αποκάλεσε «Άνθρωπο». Τα μάτια του Ανθρώπου πετούσαν σπίθες, το στόμα του ήταν παραμορφωμένο από τις οξείες κραυγές που άφηνε κι είχε ιδιαίτερα τρομακτική όψη. Στα χέρια του κρατούσε ένα μεγάλο και μακρόστενο σιδερένιο εργαλείο. Ο Αιθεροβάμων έμαθε ότι το εργαλείο αυτό λεγόταν «όπλο» και ότι του έδινε υπέρτατη εξουσία, όταν το χρησιμοποιούσε για να επιβληθεί και να σκοτώσει ζώα...
Το αθώο πουλί ανατρίχιασε. Η εικόνα αυτή ήταν πολύ πιο φοβερή από εκείνες που παρουσίαζαν τα Τσακάλια κάθε απόγευμα στο Χώρο Ενημέρωσης και Ψυχαγωγίας, για να θυμίσουν στο λαό ότι ο κίνδυνος να επιστρέψουν οι Εχθροί και να καταλάβουν το Δάσος καραδοκούσε ακόμα.
Σταλάζοντας ο φόβος στην καρδιά του Αιθεροβάμονα, υποσκέλισε την επιθυμία του να πετάξει. Έφευγε τώρα από το σχολείο, βυθισμένος σε καινούριες σκέψεις. Το γεγονός ότι τα πιο εξέχοντα ζώα του δάσους, ειδικά οι Νυφίτσες, που απάρτιζαν το βασιλικό συμβούλιο, αλλά και ο ίδιος ο Βασιλιάς, μεριμνούσαν για την ασφάλεια όλων, τον έκανε να αναστενάξει από ανακούφιση. Πόσο πιο εύκολο είναι αλήθεια να αποφασίζει κάποιος άλλος για τη ζωή σου!
Το Φίδι είχε διακηρύξει με στόμφο ότι η Αρκούδα δικαίως είχε αναγορευτεί Βασιλιάς των Ζώων, αφού διέθετε εξαίρετες ικανότητες τόσο στη διακυβέρνηση όσο στο διπλωματικό πεδίο. Η εκεχειρία που είχε υπογράψει με τους Ανθρώπους ήταν ευνοϊκή για όλους και η ειρήνη θα διαφυλασσόταν για πάντα, έφτανε οι υπήκοοι να τηρούσαν κατά γράμμα τις αυτοκρατορικές αποφάσεις. Το Δάσος είχε, εξάλλου, στη διάθεσή του ένα πολύ καλά εξοπλισμένο στράτευμα Αγριόγατων, που θα έδιναν και τη ζωή τους για την προστασία του έθνους.   
Τόσο πολύ είχαν κατακλύσει οι σκέψεις το μυαλό του Αιθεροβάμονα που δεν είχε συνειδητοποιήσει ότι εδώ και ώρα είχε χαθεί μέσα στο δάσος. Ξυπνώντας λες από εφιάλτη και αντικρίζοντας το άγνωρο τοπίο γύρω του, του δημιουργήθηκε τέτοια αναστάτωση που παραπάτησε και άρχισε να πέφτει κάθετα από έναν ψηλό γκρεμό. Νομίζοντας ότι το τέλος του είχε φτάσει, έκλεισε τα μάτια και προσευχήθηκε δυνατά. Αχ και να γινόταν κάτι να σωθεί!
Τότε, κλάσματα δευτερολέπτου πριν από την πρόσκρουση στο έδαφος και την τελική συντριβή του, το πουλί που ονειρευόταν να πετάξει πήρε τη μοίρα του στα χέρια του. Ενστικτωδώς, άρχισε να χτυπάει με μανία τις φτερούγες του, κατορθώνοντας να μειώσει την ταχύτητα της πτώσης. Βλέποντας ότι η προσπάθειά του είχε αποτέλεσμα, αναθάρρησε και χιλιοστά πάνω από το έδαφος, με τη μαεστρία που πετούσε στα όνειρά του, άνοιξε διάπλατα τις φτερούγες του και απογειώθηκε...   
Παρόλο που δεν μπορούσε ακόμη να πιστέψει την αίσια έκβαση της ατυχούς περιπέτειάς του ούτε να καταλάβει σε βάθος τη σπουδαιότητα που είχε το κατόρθωμα που θα του άλλαζε τη ζωή, η χαρά του ήταν απερίγραπτη και πρωτόγνωρη. Προς στιγμή ξέχασε τις ρητές απαγορεύσεις που ίσχυαν για τα πουλιά, συνεπαρμένος καθώς ήταν από το εναέριο παιχνίδι του και την κατάκτηση του ουράνιου θόλου.
Λίγο πιο πέρα από το μέρος όπου διαδραματίζονταν αυτά, δυο Ποντικοί, μέλη της μυστικής υπηρεσίας, κατέστρωναν χαμηλόφωνα κάποιο δραστικό σχέδιο σύλληψης ενός Αγριογούρουνου, που φημολογούνταν ότι κρυβόταν κάπου στο δάσος. Πράγματι, ο Αιθεροβάμων θα πλήρωνε ακριβά τη σχεδόν αλαζονική του συμπεριφορά, αν οι αδύναμες ακόμα φτερούγες του δεν τον πρόδιδαν τελικά. Η αγωνία τού παραλίγο άδοξου τέλους του και η υπερπροσπάθεια του παρθενικού του πετάγματος τον είχαν κουράσει τόσο πολύ που, ξεπνοημένος, υποχρεώθηκε να επιστρέψει στα επίγεια.
Στο γυρισμό ο Αιθεροβάμων, παίρνοντας την απόφαση να μη μοιραστεί με κανέναν την εμπειρία του, επιτάχυνε το βήμα του. Είχε, βλέπετε, συναντήσει τους Ποντικούς που, διακόπτοντας τη σιγανή κουβέντα τους, του είχαν ρίξει μια λοξή και ιδιαίτερα διαπεραστική ματιά, που έκανε την καρδιά του να σφιχτεί από ταραχή. Προσπερνώντας τους, ένοιωσε μεγάλη ευγνωμοσύνη που από καθαρή τύχη είχε προηγουμένως διαφύγει την προσοχή τους. Δεν είχε βέβαια προσέξει ότι ένα άλλο ζευγάρι περίεργα μάτια τον παρακολουθούσαν όλη αυτή την ώρα να πετά.
**********
Πιστός στην απόφασή του, ο Αιθεροβάμων δεν αποκάλυψε το μεγάλο του μυστικό ούτε στους γονείς του. Τους ρώτησε μόνο μια μέρα δήθεν αδιάφορα: «Σε τι χρησιμεύουν οι φτερούγες;» Ο πατέρας του δεν αποκρίθηκε, γιατί ήταν απορροφημένος στη σύνταξη μιας αίτησης έγκρισης προς το Βασιλιά που αφορούσε την προέκταση της φωλιάς τους. Αλλά η μητέρα του έσπευσε να του ξεκαθαρίσει: «Οι φτερούγες κάνουν τα πουλιά πιο όμορφα, παιδί μου!».
Ο Ασβός, γνωστός σε όλο το Δάσος για την παραφροσύνη του, που έτυχε να ακούσει τη συνομιλία, χωρίς όντως να του απευθύνουν το λόγο, τραύλισε: «Τάχα για να σκάβεις λάκκους τα ’χεις τα φτερά; Για να πετάς τα ’χεις ντε!». Κανείς ασφαλώς δεν έπαιρνε στα σοβαρά τον Ασβό και όλοι τον περιγελούσαν. Γιατί περιφερόταν πάντα άσκοπα στα λιβάδια και ανάμεσα στα ζώα, λέγοντας τέτοια τραγελαφικά.
Μέσα στο Δάσος οι σχέσεις μεταξύ των ζώων ήταν τυπικές και ψυχρές. Το υπάρχον καθεστώς απαγόρευε τις στενές κοινωνικές επαφές και καλλιεργούσε με επιτήδειο τρόπο το φόβο και τη διχόνοια στα μέλη του. Τα σαρκοβόρα ζώα, προκειμένου να αποκτήσουν υψηλότερη ιεραρχία στη διακυβέρνηση, στις υπηρεσίες ασφαλείας και στους δημόσιους οργανισμούς, είχαν συναινέσει να μην αναζητούν τη λεία τους ανάμεσα στους υπηκόους κι έτσι επικρατούσε σχετική ευρυθμία. Ουσιαστικές και εγκάρδιες φιλίες, όμως, δεν υπήρχαν ούτε ανάμεσα στα ζώα του ίδιου είδους.
Τα περισσότερα ζώα εργάζονταν εντατικά στην κατασκευή δημόσιων έργων. Έτσι τα ζαρκάδια, οι λαγοί, οι σκίουροι, οι σκαντζόχοιροι, οι σαύρες, τα κουνάβια και τα μυρμήγκια ασκούσαν βαριά χειρωνακτικά επαγγέλματα, ενώ οι φασιανοί, οι πέρδικες, οι κούκοι και τα άλλα πουλιά είχαν αναλάβει την ευθύνη να τα εποπτεύουν, ώστε να μην αποφεύγει κανείς από ραθυμία να εκτελεί τα καθήκοντά του. 
Την περίοδο που το Φίδι εξέδυε το δέρμα του και το σχολείο ήταν κλειστό, ο Αιθεροβάμων επισκεπτόταν συχνά τον πατέρα του στη δουλειά. Η κατασκευή του νέου μεγάλου έργου, της γέφυρας που θα ένωνε τις όχθες του ποταμού, ήταν επίπονη διαδικασία και τα ζώα κατέβαλλαν πυρετώδεις προσπάθειες, για να συμβάλουν στην ανάπτυξη του Δάσους.
Μια από εκείνες τις μέρες ένα ζαρκάδι ζήτησε άδεια να λείψει για λίγες ώρες, ούτως ώστε να μεταφέρει το μικρό του στο γιατρό. Ο επιστάτης του, όμως, που τύχαινε να είναι και πατέρας του Αιθεροβάμονα, δεν επέτρεψε στο ζαρκάδι να φύγει, γιατί δε θεώρησε ότι η δικαιολογία του ευσταθούσε. Άλλωστε, η περαίωση του έργου είχε καθυστερήσει κι έπρεπε μέχρι το τέλος της εβδομάδας να παραδοθεί, διαφορετικά θα επιβάλλονταν κυρώσεις από τους ιθύνοντες.
Πιθανόν η κατάσταση της υγείας του μικρού ήταν κρίσιμη, γιατί το ζαρκάδι, που είχε τοποθετήσει την οικογένεια ψηλότερα από κάθε άλλη αξία, το έσκασε δίχως δεύτερη σκέψη. Χωρίς χρονοτριβή, οι Λύκοι το πρόλαβαν και το συνέβαλαν, ενώ την επομένη το εξόρισαν για ανυποταγή, στερώντας του κάθε ελπίδα να ξανασμίξει με την οικογένειά του. Λίγο καιρό μετά, ο Αιθεροβάμων, πραγματοποιώντας μια χαμηλή πτήση, είδε ένα θηλυκό ζαρκάδι να κλαίει πάνω από το νεκρό μικρό του. 
**********
Γεγονότα σαν κι αυτό έζησε κι άλλα από τότε ο Αιθεροβάμων. Ίσως συνέβαιναν πάντα, αλλά ο ίδιος δεν τα αντιλαμβανόταν. Τώρα όμως ήξερε να πετάει κι έβλεπε την αλήθεια. Λυπημένος, αγανακτισμένος και προβληματισμένος, περιδιάβαινε στο δάσος, προσπαθώντας να βρει μια λύση, μια διέξοδο. Πόσο μεγάλη μοναξιά ένοιωθε! Άραγε δεν υπήρχε κανείς που να νοιώθει σαν αυτόν, δεν υπήρχε ζώο που να βιώνει την καταπίεση;
Στο σημείο του δάσους που κάποτε είχε γλυτώσει από βέβαιο θάνατο, γιατί είχε ανοίξει τα φτερά του, συνάντησε μια χελώνα. Το ερπετό άρχισε να τον πλησιάζει με αργά βήματα και όταν επιτέλους έφτασε σε απόσταση τέτοια που να μπορεί να του μιλήσει εμπιστευτικά, του είπε: «Σ’ έχω δει να πετάς και σ’ έχω δει να κλαις. Ξέρω τι σε απασχολεί και μπορώ να σε βοηθήσω. Είμαι εκατόν πενήντα χρονών κι έχω ζήσει καλύτερες μέρες. Ξέρω τι θα πει ελεύθερη και ευτυχισμένη φυσική ζωή».
Τα μάτια του Αιθεροβάμονα άνοιξαν διάπλατα. Η χελώνα δεν περίμενε απόκριση: «Ζω εδώ απομονωμένη με το μικρό μου, γιατί δεν αντέχω την υποκρισία και την υποτέλεια. Κανείς δεν ήξερε ότι κρυβόμαστε εδώ μέχρι που ανταμώσαμε τυχαία ένα Αγριογούρουνο. Το έψαχναν να το συλλάβουν, γιατί έγραφε στίχους και τραγούδια που υμνούσαν τα δικαιώματα των ζώων. Ήταν το τελευταίο που είχε απομείνει, τα άλλα Αγριογούρουνα έχουν ήδη συλληφθεί και κανείς δεν ξέρει τι έχουν απογίνει. Τώρα το συνέλαβαν κι αυτό οι Ποντικοί».
Ο Αιθεροβάμων δεν μπορούσε να αρθρώσει λέξη. Η χελώνα φώναξε το μικρό της κι εκείνο ήρθε και κάθισε κοντά τους. Έμειναν για ώρα αμίλητοι. Ύστερα το πουλί ρώτησε τη χελώνα: «Υπάρχει αλήθεια κάτι που μπορούμε να κάνουμε;».
Η χελώνα καθάρισε το λαιμό της και σαν να περίμενε αυτή την ερώτηση καιρό απάντησε: «Είναι ουτοπία να πιστεύουμε ότι μπορούμε να αλλάξουμε τα πράγματα. Είμαστε λίγοι και θα χρειαστεί χρόνος να αφυπνίσουμε τα άλλα ζώα. Εμένα η ζωή μου τελειώνει...». Έκανε μια μικρή παύση. Έπειτα συνέχισε πιο αποφασιστικά: «... Εσείς έχετε όλη τη ζωή μπροστά σας, πετάξτε λοιπόν μακριά! Υπάρχουν κι άλλα δάση, υπάρχει χώρος σ’ αυτή τη γη για τις ελεύθερες ψυχές, για συνειδήσεις σαν τις δικές σας».
«Κι οι Άνθρωποι;», ρώτησε ο Αιθεροβάμων. «Οι Άνθρωποι δεν είναι απειλή;»
«Οι Άνθρωποι είναι ανόητοι και προβλέψιμοι», απάντησε η χελώνα, βοηθώντας το μικρό της να ανεβεί στη ράχη του Αιθεροβάμονα.
Και το πουλί που ονειρευόταν να πετάξει έφυγε χωρίς να κοιτάξει πια πίσω.  

ΤΕΛΟΣ
  



Σάββατο 19 Φεβρουαρίου 2011

Από σένα

Να μυρίζω απο σένα
και να ζηλεύουν οι υάκινθοι
που ραντίζει ο Ζέφυρος
με δροσιά στους ανθώνες.

Να φτερουγίζεις ανάλαφρα
στα όνειρά μου τις νύχτες
π' αγρυπνώ στου στέρνου σου
τους αυτόφυτους ελαιώνες.

Να κρατάς στις παλάμες σου
τη μικρή μου ψυχούλα
σαν βαρκούλα π' απάγκιασε
σ' αγκαλιάς  τους λιμνιώνες.

Να αγγίζεις στο σώμα μου
των χειλιών σου τις άκρες
στη φωτιά σου να καίγομαι
καλοκαίρια χειμώνες.

Να περπατάς ψιθυρίζοντας
στης καρδιάς μου τις βάθρες
που ποτέ δε μυήθηκαν
στου μυαλού τους κανόνες.

Απ' το στόμα σου, αγάπη μου
την ανάσα μου παίρνω
και στα μάτια σου ντύνομαι
ευτυχία για αιώνες.



Πέμπτη 30 Δεκεμβρίου 2010

Ένα χριστουγεννιάτικο παραμύθι

Βράδυ Χριστουγέννων. Κάθομαι στο πολυκαιρισμένο παγκάκι της αυλής, δίπλα στο μακρόβιο έλατο. Φοράω χοντρό πανωφόρι και έχω τυλίξει πολλές φορές ένα ζεστό κασκόλ γύρω από το λαιμό μου. Οι νιφάδες του χιονιού πέφτουν στο γυμνό μου κεφάλι. Τα πολύχρωμα λαμπιόνια που στολίζουν το ψηλό δέντρο αναβοσβήνουν, τυλίγοντάς με πότε στο τρομακτικό, πυκνό σκοτάδι και πότε στο γλυκό, ελπιδοφόρο φως. Αυτές οι εναλλαγές φωτός και σκότους σημάδεψαν ολόκληρη τη ζωή μου. Είμαι τώρα πέντε χρονών.

Επί εβδομήντα χρόνια την ίδια ώρα της ίδιας άγιας νύχτας κάθομαι στο ίδιο παγκάκι της αυλής, δίπλα στο στολισμένο με λαμπιόνια έλατο, πιστός στο ραντεβού μου. Αναμένω τη λάμψη που θα σκίσει το σκοτάδι και θα φωτίσει το δρόμο μου. Ξέρω ότι αργά ή γρήγορα θα εμφανιστεί.

Την πρώτη φορά – ήμουν εβδομήντα πέντε χρόνων θυμάμαι – η στιγμιαία λάμψη αποκάλυψε σβήνοντας μια ζοφερή ανδρική μορφή. Συνειδητοποίησα αυτοστιγμεί ποιος ήταν ο επισκέπτης μου και ταράχτηκα πολύ. Η μαύρη φορεσιά του και η αποκρουστική όψη του με έκαναν να στρέψω αλλού το βλέμμα μου. Απέφυγε λοιπόν να έρθει δίπλα μου και κάθισε παράμερα μέχρι να συνηθίσω την παρουσία του και να αποδεχτώ τον ερχομό του. Όταν πια κατόρθωσα να νικήσω το φόβο, του μίλησα:
- Η παρουσία σου είναι λιγότερο δυσάρεστη από την αναμονή σου. Λιγότερο δυσάρεστη και από τη βεβαιότητά σου. Μακάρι να μην είχα ποτέ συνείδηση της ύπαρξής σου...
Ο Θάνατος τότε αποκρίθηκε:
- Η ύπαρξή μου έδωσε νόημα στη δική σου ύπαρξη και αξία στη ζωή σου!

Η παράδοξη αυτή οπτική πράγματι νοηματοδότησε τη ζωή μου, έτσι στα εξήντα πέντε μου φρόντισα να βρίσκομαι στο ίδιο μέρος την ίδια στιγμή. Τότε εμφανίστηκε μπροστά μου το Μίσος. Είχε όψη χαιρέκακη και βαθουλωτά, σπινθηροβόλα μάτια. Σηκώθηκα από τη θέση μου και το ρώτησα:
- Σε όλη μου τη ζωή δε σε συνάντησα. Γιατί πρέπει τώρα να με κάνεις να χάσω την καλοσύνη και την πραότητά μου;
- Πρέπει να με υποφέρεις, γιατί έτσι μόνο θα συμπληρωθεί ο κατάλογος των παθών σου. Δε θα μπορούσες να ισχυριστείς ότι έζησες, αν δε γνώριζες εμένα, που είμαι το πιο έντονο συναίσθημα. Πόσο μάλλον να ισχυριστείς ότι έζησες δίνοντας και παίρνοντας αγάπη.
Έτσι έζησα ακόμα μια δεκαετία, προσπαθώντας να συμβιβαστώ με τα πάθη μου, δηλαδή με την ανθρώπινη φύση μου.

Στα πενήντα πέντε μου χρόνια παρουσιάστηκε απρόσμενα μπροστά μου η Αρρώστια. Ήταν καχεκτική, με πρόσωπο ωχρό και μαλλιά στο χρώμα του πυρωμένου σίδερου. Δεν της μίλησα, μόνο αναστέναξα με αγανάκτηση.
- Μην εγκαταλείπεις τον αγώνα, μου είπε τότε χαμηλόφωνα, χαϊδεύοντάς μου τα μαλλιά. Μπορείς να βγεις πολύ δυνατότερος από αυτή τη δοκιμασία. Είμαι το τίμημα που πληρώνεις για όσα ανεκτίμητα αγαθά θεωρούσες ως τώρα δεδομένα.
Την αρρώστια τελικά τη νίκησα με καρτερικότητα και ανεξάντλητη θέληση για ζωή και εκτίμησα την υγεία, που είναι το πολυτιμότερο αγαθό.

Ανήμερα Χριστουγέννων, στα σαράντα πέντε μου χρόνια, στην ακμή της δύναμης και της εξουσίας μου, εμφανίστηκε μπροστά μου ο Πλούτος.
- Μου έχεις χαρίσει την ευτυχία, του είπα.
- Η ευτυχία που σου προσφέρω είναι εφήμερη, μου απάντησε. Για να καταλάβεις πόσο σε καταδυναστεύω, πρέπει να με απαρνηθείς. Τότε θα βρεις πιο ουσιαστικά πράγματα που θα σε κάνουν πραγματικά ευτυχισμένο.
Το χρήμα όμως ήταν δύσκολο να το απαρνηθώ κι άργησα πολύ να καταλάβω ότι όσο περισσότερα αποκτούσα τόσο πιο δυστυχισμένος και περιορισμένος γινόμουν.

Στα τριάντα πέντε μου, δίπλα μου στο παγκάκι της αυλής ήρθε και κάθισε ο Χρόνος. Με άγγιξε κι εγώ πετάχτηκα πάνω τρομαγμένος. Γεμάτος θυμό, του είπα:
- Το διάβα σου είναι τόσο βιαστικό. Μου γεννάς τον πανικό και υποτάσσεις την ψυχή μου.
- Υπάρχω, γιατί με δημιούργησες. Και με δημιούργησες, για να εκπληρώνεις έγκαιρα και χωρίς αναβολή τους στόχους σου. Έτσι θα γίνεις σπουδαίος!
Συμφιλιώθηκα λοιπόν μαζί του και προσπάθησα να καταγίνομαι στο εξής με πράγματα σημαντικά.

Στη νιότη των είκοσι πέντε μου γνώρισα τον Έρωτα. Είχε ροδαλά μάγουλα και κατάστιλπνα μαύρα μαλλιά. Η παρουσία του έκανε την καρδιά μου να σκιρτήσει και κάθε ψήγμα λογικής να εξανεμιστεί.
- Η φωνή της λογικής σπάνια λέει την αλήθεια, είπε. Ακολούθησε το δρόμο που σου ανοίγει η καρδιά και να είσαι βέβαιος ότι έχεις πάρει τη σωστή απόφαση.
Από τότε η φωνή της καρδιάς μου υπερίσχυε της ψυχρής λογικής και πλέον είμαι σε θέση να πω ότι ποτέ δε βγήκα χαμένος.

Πριν από δέκα χρόνια, εμφανίστηκε δίπλα στο γέρικο έλατο το Όνειρο. Ήμουν δεκαπέντε χρόνων και η ορμή για ζωή και δημιουργία ξεχείλιζε μέσα μου. Του είπα:
- Άφησέ με επιτέλους ήσυχο. Αγκιστρώνεσαι στο μυαλό μου, με ναρκώνεις κι όταν πια ξυπνάω, θλίβομαι που καμιά εικόνα και υπόσχεσή σου δεν είναι πραγματική!
- Αφού μπορείς να ονειρευτείς, μπορείς και να πραγματοποιήσεις, μου αποκρίθηκε το Όνειρο και χάθηκε από μπροστά μου.

Τώρα είμαι πέντε χρονών. Μάταια περιμένω τη γνώριμη πια λάμψη των Χριστουγέννων, γιατί κάθε στιγμή με λούζει με το φως της. Τώρα νοιώθω πλούσιος, γιατί αγαπάω και γνωρίζω περισσότερα, τώρα είμαι ευτυχισμένος γιατί ζω, αισθάνομαι και ονειρεύομαι. Πίσω από το στολισμένο με πολύχρωμα λαμπιόνια έλατο, ξεπροβάλλει η μητέρα μου. Το χαμόγελό της όμως είναι πιο φωτεινό και πολύχρωμο. Φοβάται σίγουρα μην κρυώσω εδώ έξω. Με σηκώνει στην αγκαλιά της, με φιλάει με στοργή και μου ψιθυρίζει:
- Είσαι όλος μου ο κόσμος...



Πέμπτη 25 Νοεμβρίου 2010

Αν ήξερες

Αν ήξερες με σιγουριά ότι σ’ αυτό τον κόσμο δεν είσαι μηδαμινός σαν κόκκος άμμου, αλλά μοναδικός σαν άβατο φυσικό τοπίο, θα έχανες όλη σου τη ζωή, πασχίζοντας να γίνεις κάποιος άλλος;

Αν ήξερες με σιγουριά ότι τίποτε δε γίνεται ή λέγεται τυχαία, θα μάθαινες να ακούς και να αφουγκράζεσαι τους άλλους;

Αν ήξερες με σιγουριά ότι και οι άλλοι επιζητούν την προσοχή σου, όπως εσύ, που έτσι αναφύεσαι από το χώμα της ανυπαρξίας, θα έμπαινες στον κόπο να τους παρατηρήσεις έστω για μια στιγμή;

Αν ήξερες με σιγουριά ότι αυτό που μόλις αποφάσισες να πράξεις – ή να αποφύγεις να πράξεις – θα είναι γόνος καταστάσεων που θα στοιχειώσουν σαν τρομακτικές σκιές ολόκληρη την υπόλοιπη ζωή σου, θα επανεξέταζες την επιλογή σου;

Αν ήξερες με σιγουριά ότι αύριο θα σε σκόρπιζε η λήθη του θανάτου σου, θα ήσουν λιγότερο απασχολημένος και πρόθυμος να ανταποδώσεις την αγάπη που σου δίνουν;

Αν ήξερες με σιγουριά ότι αυτό στο οποίο αφιερώνεις τα αποθέματα της δύναμής σου και του χρόνου σου θα γίνει για σένα εις το διηνεκές σπουδαίο, θα φρόντιζες προηγουμένως να αναρωτηθείς αν αξίζει μια ψυχή σαν τη δική σου;

Αν ήξερες με σιγουριά ότι για κάθε τι που χάνεις κάτι άλλο καλύτερο κερδίζεις, θα θρηνούσες με γόους την απώλειά σου ή μήπως θα μακάριζες το νέο σου απόκτημα;

Αν ήξερες με σιγουριά ότι αυτό το άυλο ή το αισθητό, στο οποίο με πάθος και τυφλότητα πιστεύεις, είναι η φυλακή που σε χωρίζει απ’ τον πραγματικό εαυτό σου, θα αναζητούσες λύτρωση στη δική σου αλήθεια;

Μάθε λοιπόν ότι όλα αυτά που σε ρωτώ είναι η ουσία της ζωής σου και βρες έναν τρόπο στο σύντομο πέρασμά σου να αφήσεις ίχνη που δεν τα σβήνει ο χρόνος.



Σάββατο 23 Οκτωβρίου 2010

Επιτάφιος

Πόσο δύσκολο είναι να τιμήσει κανείς με έργα όσους χάθηκαν και χάνονται έτσι άτιμα!
Ό,τι κι αν πω για εκείνους ίσως φανεί κατώτερο απ' ό,τι είναι αληθινά σ' αυτούς που γνωρίζουν.
Κι όσοι δε γνωρίζουν θα νομίσουν ότι υπερβάλλω.
Διότι ήταν όλοι τους ψυχές ευγενικές πριν μολυνθούν απ' την αρρώστια κι αρχίσουν να σαπίζουν.
Αντιστάσεις δεν είχαν και τη ρώμη να πάνε ενάντια στο ρεύμα.
Τώρα σκουριάζουν τα μυαλά κι οι αρετές γίνονται επαιτεία.
Ήταν τα παιδιά που άρχιζαν κάτι και πάντοτε τ' άφηναν στη μέση.
Κι οι μανάδες τους έτρεχαν με τις ποδιές να το αποτελειώσουν και να τους δώσουν άλλο.
Από μικρά.
Είναι τα παιδιά που βαριούνται γρήγορα τον κόσμο μας.
Κι όμως, θέλουν να τον ρουφήξουν όλον.
Να τον βάλουν σ' ένα ποτήρι και να τον πιουν μονορούφι.
Αλλά με μια αναπνοή δεν πίνεται ο κόσμος.
Αλλά σταλιά - σταλιά.
Αλλιώς δεν έχει νόημα, αξία, ενδιαφέρον.
Γεμίζεις πλήξη και ψάχνεις κάτι διαρκέστερο.
Ανεξίτηλο στο χρόνο και στο χώρο.
Έπαιξαν μια φορά με το διάολο.
Και εθίστηκαν έκτοτε να παίζουν αδιάλειπτα.
Και πώς να τον νικήσουν;
Άλλοι χάθηκαν με μιας.
Μα άλλοι μαρτυρούν.
Λειώνουν οι σάρκες και κολλούν στα κόκαλά τους.
Κι ο εωσφόρος στο μυαλό τους παίζει χίλια δυο παιχνίδια.
Κάθε μέρα, κάθε ώρα.
Ανασασμό δε βρίσκουν.
Φυτοζωούν.
Κι ο κόσμος ο άλλος γίνεται τυφλός.
Κλείνει τα μάτια μ' αηδία και αποστροφή.
Και τους πετάει ένα κέρμα.
Είναι δύσκολα τα έργα.
Συμφέρει η αποχαύνωση και η νιρβάνα των μαζών.
Και γίνονται οι ψυχές εμπόριο και χρήμα.
Τόσοι πολλοί αλλά στην ουσία ένας.
Πληθαίνουν αλλά μένουν ίδιοι.
Ένα πρόσωπο με ένα χαρακτήρα.
Συμπεριφορά πανομοιότυπη.
Προσωπικότητες αλλοιωμένες.
Γιατί από ανοησία πήγαν σ' εκείνα τα μέρη τα μολυσμένα.
Κι ύστερα τίποτα.
Όταν διαπιστώνουν το φιάσκο είναι αργά.
Έχουν ήδη βγει στο περιθώριο.
Είναι οι "άλλοι", οι παρίες, τα μιάσματα.
Μαθαίνουν να χειρίζονται και να 'ναι μαζί και υποχείρια.
Πριν παλικάρια, τώρα με λυγισμένα γόνατα.
Τώρα σκουλήκια που λειώνουν κάτω από βαριά πέλματα.