Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ανελευθερία. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ανελευθερία. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Δευτέρα 4 Ιανουαρίου 2021

Για το «Κάποτε θα 'ρθουν...» ή για την υπεράσπιση του παιδιού


Το τραγούδι του Παύλου Σιδηρόπουλου το ακούω από έφηβη. Τότε με γέμιζε με πείσμα να αντισταθώ σε όσους θα επεδίωκαν να παραβιάσουν την ελευθερία μου, με όπλιζε με δύναμη να προστατεύσω την ακεραιότητά μου. Μου έφερνε στο (νεανικό) μυαλό έναν απροσδιόριστο εχθρό, μια θολή εικόνα ανθρώπου που θα με πλησίαζε να με εξαπατήσει στην προσωπική μου ζωή ή τη θολή εικόνα μιας (κρατικής) εξουσίας που θα παραβίαζε με κάλπικα λόγια τα δικαιώματά μου.

Καθώς μεγάλωνα, το τραγούδι μού έδινε κι άλλα μηνύματα. Κυρίαρχο ήταν αυτό, το «Έχε το νου σου στο παιδί που κρύβεις μέσα σου...». Ευτυχώς για εμένα αυτό δεν ήταν κάτι δύσκολο, αφού τόσο η ιδιοσυγκρασία μου όσο η δουλειά μου – αργότερα και τα παιδιά μου – ευνοούσαν τη διατήρηση μιας κάποιας «παιδικότητας», δηλαδή μιας φλογίτσας αθωότητας και καλοσύνης και ξεγνοιασιάς που δε θα έσβηνε ποτέ η καταιγίδα των προβλημάτων, των υποχρεώσεων και των συμβιβασμών της ενήλικης ζωής. Εμείς οι δάσκαλοι έχουμε πάντα ένα παιδί μέσα μας κι η ψυχή μας δε γερνάει όσο γρήγορα γερνά η σάρκα μας!
 
Πάνε έξι μήνες όμως που ακούω το τραγούδι και κλαίω...
 
Όποτε το ακούω θλίβομαι βαθιά και συγκλονίζομαι. Και επίτηδες το ακούω ξανά και ξανά, για να συγκλονιστώ ακόμη περισσότερο και να θυμώσω και να αντιδράσω. Να αντιδράσει το δικό μου «εγώ» και να ενωθεί με κάποιο «εσύ» που θα νιώθει το ίδιο και να γίνουμε όλοι οι θυμωμένοι και αντιδραστικοί «εμείς».
 
Ποιος άλλος θλίβεται βαθιά για τα παιδιά; Ξεκάθαρα τώρα, ας πούμε την αλήθεια μεταξύ μας. Όχι την αλήθεια του Άγιου Βασίλη και του Ρούντολφ και των ξωτικών, όχι την αλήθεια του «Είμαστε επιτέλους όλοι μαζί στο σπίτι!» ή του «Γλύτωσες το πρωινό ξύπνημα, για να πας σχολείο!», αλλά την αλήθεια τη μία και μονοδιάστατη της κακοποίησης που έχουμε επιτρέψει να υφίστανται τα παιδιά μας σε αυτόν τον πανδημικό παροξυσμό και τα κούφια λόγια της προστασίας και της σωτηρίας τους!
 
[Τ’ ακούσατε; Πάλι είπαν ότι θ’ ανοίξουν τα σχολεία...]
 
Πού εξαφανίστηκαν οι αγώνες για τα δικαιώματα των παιδιών; Πότε θα τα υπερασπιστούμε;
 
Οι καιροί ήρθαν. Κι η μόνη ελπίδα βρίσκεται στο κάθε παιδί που θα σώσουμε. Αλλιώς ελπίδα δεν υπάρχει.
....................................................................................................................................
Στίχοι
 
Κάποτε θα `ρθουν να σου πουν
πως σε πιστεύουν, σ’ αγαπούν
και πώς σε θένε
 
Έχε το νου σου στο παιδί,
κλείσε την πόρτα με κλειδί
ψέματα λένε
 
Κάποτε θα `ρθουν γνωστικοί,
λογάδες και γραμματικοί
για να σε πείσουν
 
Έχε το νου σου στο παιδί
κλείσε την πόρτα με κλειδί,
θα σε πουλήσουν
 
Και όταν θα `ρθουν οι καιροί
που θα `χει σβήσει το κερί
στην καταιγίδα
 
Υπερασπίσου το παιδί
γιατί αν γλιτώσει το παιδί
υπάρχει ελπίδα
 
Αφιερωμένο σε όλες τις φατσούλες των παιδιών μου και των μαθητών μου που δε θέλω να βλέπω σκυθρωπές...
 

Κυριακή 10 Μαΐου 2020

Καλωσόρισμα

Αγαπητοί ταξιδιώτες,
 
Σας καλωσορίζουμε στον νέο, υπερσύγχρονο σταθμό εκκίνησης του Χρονοπλοίου μας. Στα δεξιά σας βρίσκεται το κέντρο ελέγχου και αριστερά σας το αρχηγείο. Εμπιστευτείτε στα χέρια μας την ασφάλεια του ταξιδιού σας. Το Χρονοπλοίο που θα σας μεταφέρει σε άλλες κοινωνίες «υπηκόων» του παρελθόντος είναι τελευταίας τεχνολογίας. Παρακαλούμε να είστε καλόπιστοι. Η χρήση μάσκας είναι προαιρετική στο ταξίδι σας. Είναι όμως απαραίτητο να κάθεστε σε απόσταση ενάμιση μέτρου ο ένας από τον άλλον. Απαγορεύονται οι άσκοπες μετακινήσεις εντός της Χρονοπλοίου και η κυκλοφορία μετά τα μεσάνυχτα. Όποιος παραβιάζει τους κανόνες θα τιμωρείται. Για την προστασία όλων διατηρούμε το δικαίωμα να προβούμε στη χρήση χημικών. Το ταξίδι σας θα βιντεοσκοπείται και θα μεταδίδεται ζωντανά σε όσους λόγω ανωτέρας βίας δεν κατόρθωσαν να παρευρεθούν. Επισημαίνουμε ότι πρέπει να είστε ιδιαίτερα υπεύθυνοι απέναντι στους ευπαθείς συνταξιδιώτες σας. Σας ενημερώνουμε ότι οι απαιτούμενοι έλεγχοι έχουν ήδη διενεργηθεί και μετά το σκανάρισμα των επισκευών σας έχει παρακρατηθεί η λογική. Να θυμάστε ότι η λογική δεν έχει θέση εκεί όπου κυριαρχεί ο φόβος. Γι’ αυτό δε θα σας επιστραφεί προτού επιστρέψετε στην κανονικότητα. 
Ευχόμαστε σε όλους μια όμορφη «πτήση»... ΠΡΟΣΔΕΘΕΙΤΕ!

Δευτέρα 23 Μαρτίου 2020

Ο ασθενής 0 του κορονοϊού


Μεγάλη μέρα για τη χώρα μας σήμερα. Ιστορική. Βρέθηκε ο ασθενής 0 του κορονοϊού. Και τον έβαλαν σε κατ’ οίκον περιορισμό. Μέχρι νεωτέρας. Μέχρι να μπορέσουμε να ξεπορτίσουμε πάλι όλοι έξω με ασφάλεια.

Με ανησυχεί αυτό το «μέχρι νεωτέρας». Όχι επειδή δεν ξέρω αν και πότε θα το νικήσουμε αυτό το αόρατο τέρας... Ανησυχώ μήπως σήμερα έγινε η αρχή για κάτι μονιμότερο.

Ο ασθενής 0 του κοροναϊού, η δημοκρατία. Σε καραντίνα. Υπεύθυνη για την εξάπλωση του ιού. Υπεύθυνη για τα ταξίδια στις πέντε ηπείρους, για την επικοινωνία μεταξύ των λαών, τον κοσμοπολιτισμό που εξασφάλιζε κάποτε. Υπεύθυνη για το δικαίωμα που έδινε στους ανθρώπους να συγχρωτίζονται, να αγκαλιάζονται, να φιλιούνται. Υπεύθυνη για τη δυνατότητα που έδινε στην επιστήμη να αναπτύσσεται και στον άνθρωπο να εκμεταλλεύεται το περιβάλλον.

Δεν ξέρω αν όλο αυτό ξεκίνησε από μια χαμούρα νυχτερίδα ή αν είναι ένα κατασκευασμένο όπλο για την εξόντωση μεγάλου μέρους πληθυσμού και την ανακατανομή του πλούτου. Προσωπικά αδιαφορώ γι’ αυτά τα σενάρια τώρα...

Σε τι περιπέτειες μπήκες πάλι, ανθρωπότητα; Τόσες μέρες δε φοβόμουν τον ιό, αλλά τις επιπτώσεις του. Στην οικονομία, στην εκπαίδευση, στην ανθρωπιά. Στην ανθρωπιά που δε θέλει ανθρώπους να τριγυρνούν με διαστημικές στολές και κεφάλια μέσα σε γυάλες, αλλά θέλει ανθρώπους που αναπνέουν οξυγόνο, που αγγίζουν και αγγίζονται. Που δεν τους ενώνουν οπτικές ίνες και τους χωρίζουν οθόνες. Που δε θεωρούν μεγαλύτερους εχθρούς τους τα παιδιά και εγκαταλείπουν στη μοναξιά και την ανημποριά τους τους παππούδες.

Άλλο φοβάμαι τώρα. Εμείς πόλεμο δε ζήσαμε. Ούτε δικτατορία. Και τώρα ζούμε μαζί και πόλεμο και δικτατορία.

Απόψε θυσιάσαμε την ελευθερία μας για την ασφάλειά μας. Απόψε, απείθαρχοι σαν Έλληνες, ωχαδελφιστές σαν Έλληνες, ατομικιστές σαν Έλληνες, ασυνείδητοι σαν Έλληνες αναγκάσαμε άλλους να μας προστατεύσουν. Γιατί δεν μπορούμε να αυτοπεριχαρακωθούμε!

Αυτό που με φοβίζει είναι η ΕΠΙΒΟΛΗ που μεθοδεύεται τόσες μέρες και βρίσκει πρόσφορο έδαφος να προσγειωθεί σε κεφάλια ανεγκέφαλων που ξεχύνονται στις παραλίες λες κι είναι Δεκαπενταύγουστος. Όχι πως δεν το ξέραμε ότι θα γινόταν έτσι. Αχ, ας περίσσευε ο πατερναλισμός σε μια κοινωνία αλληλέγγυων και υπεύθυνων πολιτών!

Λοιπόν, ουδέν μονιμότερον του προσωρινού. Τα μέτρα, όταν λαμβάνονται, δύσκολα αποσύρονται. Σε κάθε Ebola ή Corona Virus αυτό θα ζούμε.

Συγνώμη για το σεντόνι. Δεν ήξερα ότι είχα τόσα μέσα μου. Καλύτερα ας γέμιζα το facebook με μουσική και ζωγραφική. Είναι μια διέξοδος κι αυτή.

* πατερναλισμός=ο περιορισμός των ελευθεριών των πολιτών υπό το πρόσχημα της προστασίας

Σάββατο 31 Ιανουαρίου 2015

Λαός "δημολάκων"

Κυλούσε αργά αργά και βασανιστικά ο καιρός της κρίσης, της λιτότητας, της στέρησης του αέρα και του «χαμόγελου από τα χείλη» και μου έκανε εντύπωση που ο πηγαία απείθαρχος Έλληνας έμενε όλο αυτό το διάστημα με σκυμμένο κυρίως το κεφάλι να περιμένει «τους βαρβάρους σαν έλθουν να νομοθετήσουν». Ώσπου ήρθε – όχι βέβαια πάλι η τριανδρία των βαρβάρων, αλλά – το βράδυ της 25ης Ιανουαρίου, για να καταλάβουμε όλοι ότι είχαμε βρει τρόπο να σηκωθούμε και να ξεσηκώσουμε.
 
Τον ψήφισαν τον Αλέξη. Άλλοι με σιγουριά, άλλοι με δυσπιστία και δισταγμό, άλλοι με αγανάκτηση, άλλοι με φόβο και πάθος, άλλοι με ελπίδα. Τι κι αν η ομιλία του στα Προπύλαια το ίδιο βράδυ μάς πήγε πίσω σε παλιές – αλλά καθόλου ξεχασμένες – εποχές εξόφθαλμου λαϊκισμού, δημαγωγίας και καταλυτικής πόρωσης στη χώρα. Τι κι αν συνειρμικά μάς θύμισε τον ταλαντούχο Dr. Zivago και μας έκανε για μια στιγμή να γυρίσουμε και να πούμε στα νήπια παιδιά μας «συγγνώμη, αλλά δεν μπορούσα να κάνω αλλιώς..., «συγγνώμη, ξέρω, γιατί κι εγώ πλήρωσα τα λάθη της μαμάς και του μπαμπά μου».  Τι κι αν πέρασαν από το μυαλό μας όλα αυτά άθελά μας, δε νομίζω ότι υπήρξε άνθρωπος πατριώτης που, βλέποντας ξαφνικά τι είχε συμβεί, να μην αναθάρρησε. Και εν μία νυκτί άλλαξαν όλα. 

Με συζήτηση και ψύχραιμη σκέψη καταλάβαμε ότι δε θα ζούσαμε πάλι το ’81 - «μου ξανάρχονται ένα ένα χρόνια δοξασμένα». Ότι δε θα γινόμασταν πάλι ένα «Κηφηνείον, Η Ωραία Ελλάς», όπως το εννοούσε ο Καργάκος. Δε μας παίρνει πια – και ευτυχώς – να γίνουμε έτσι. Άλλωστε ο ΣΥΡΙΖΑ δεν είναι ΠΑΣΟΚ. Αφού, λοιπόν, το καταλάβαμε αυτό, κάτσαμε στις σέζλονγκ μας να το απολαύσουμε το αεράκι της ελευθερίας, της δημοκρατίας και της αντίστασης που φύσηξε αμέσως. 

Σίγουρα κάτσαμε όλοι; Ή μήπως αυτός ο λαός, για τον οποίο για μια στιγμή νοιώσαμε περηφάνια, άρχισε πάλι να «τρώγεται», αποδεικνύοντας περίτρανα ότι ναι, είναι λαός «δημολάκων»;... 

... Είναι ολοφάνερο. Ανήκεις σε ένα λαό «δημολάκων». Η περιπέτειά σου μπορεί να γίνει παραβολή. Η παραβολή «του πηγαδιού». Άφησέ με να στη διηγηθώ:

Είσαι επί πολύ καιρό σ’ ένα πηγάδι, βαθύ, υγρό και θεοσκότεινο μαζί και μ’ άλλους. Πέσατε, σας ρίξανε, δεν έχει σημασία. Κι είναι ανάμεσά σας κάποιοι που τους άφησες ν’ αποφασίζουν και να φροντίσουν πώς θα βγείτε απάνω. Αλλά οι αρχηγοί σου δεν κάνουν και μεγάλα πράγματα να βγείτε από κει μέσα. Πάνε μόνο και παζαρεύουνε την επιβίωσή σου για λίγο ακόμη, τα συμφωνούν με τα κεφάλια που προβάλλουν κάθε τόσο στο ξέφωτο του πηγαδιού. Από αυτό το ξέφωτο, το δαχτυλίδι του πηγαδιού, βλέπεις κομματάκι ουρανό. Σου λένε «όπου να ’ναι βγαίνουμε», πλάθουν ιστορίες επιτυχίας του σχεδίου, αλλά εσύ βλέπεις μόνο ψίχουλα να πέφτουν. Για κάθε ψίχουλο που σου πετούν για να επιβιώσεις σου κόβουν κι από ένα δάχτυλο. Κι εσύ κάποια στιγμή βαριέσαι τούτα τα εγκλήματα, ξεμένεις κι από δάχτυλα, σου μένει μόνο η ελπίδα να κάνεις κάτι να βγεις αλλιώς απ’ το πηγάδι. Κι εκλέγεις άλλους αρμόδιους μπας και ζήσεις τ’ όνειρο. Μπράβο σου που σήκωσες κεφάλι!

Πάνε λοιπόν οι νέοι αρμόδιοι να κάνουν τα παζάρια. Τα κάνουν όπως σου είπανε κι όπως άλλωστε το θέλησες. Μα εσύ, αντρειωμένος τόσο καιρό στη φενάκη και το φόβο, συνηθισμένος να ζεις με ψίχουλα και μες στις ακαθαρσίες σου, κάνεις πίσω! Τίποτε δε σ’ αρέσει, με τίποτε δεν είσαι ικανοποιημένος. Διχάζεσαι, ταράζεσαι και τάσσεσαι πάλι δίπλα σε εκείνους που καιροφυλαχτούν, που περιμένουν το στραβοπάτημα να πουν «τα ’λεγα εγώ» και να χριστούν σωτήρες.

Μα δεν το βλέπεις; Ένα σου βήμα πίσω τώρα θα σημάνει τον ολικό σου ακρωτηριασμό. Αν όμως συνεχίσεις μπρος και στηρίξεις την αλλαγή και την απόφαση που πήρες λίγο πριν μπορεί και να κερδίσεις. Στη μια περίπτωση τα χάνεις όλα, στη δεύτερη έχεις μισές πιθανότητες να μείνεις για πάντα στο πηγάδι, αλλά και μισές να αναδυθείς.  

Εμάς τους Έλληνες «ζάφτι» δε μας έκαναν και δε θα μας κάνουνε ποτέ. Αργά ή γρήγορα βρίσκουμε τρόπο  κι ανασταινόμαστε και «ξανά προς τη δόξα τραβάμε». «Με τα τέσσερα», μάλιστα, που λένε. Κινάμε έτσι μπροστά με ατίθασο κεφάλι «τσινιάρικης φοράδας», αλλά... με σώμα ποντικού και με ουρά φιδιού. Σαν κι εκείνα τα μυθικά τέρατα των προγόνων μας. Όπως το είπα απέξω απέξω και πριν, είμαστε ένας ηλίθιος λαός καταχανάδων.

(καταχανάς = βρικόλακας, εδώ: δημόλακας)

Δευτέρα 24 Φεβρουαρίου 2014

Κατά δικός μου

Αν το αφήσεις για τελευταία στιγμή, έστω και καθημερινή, το πιθανότερο είναι να μη βρεις εισιτήριο ή να στριμωχτείς κάπου στον εξώστη. Το γεγονός ότι για τρίτη συνεχή χρονιά το θέατρο όπου ανεβαίνει αυτή η παράσταση είναι πάντα γεμάτο σίγουρα αποκαλύπτει πολλά για την ποιότητά της.

Στην αρχή είναι το γέλιο. Γέλιο καθάριο και ειλικρινές. Κι έπειτα, εκεί που δεν το περιμένεις, με καμία απολύτως προπαρασκευή, το δάκρυ κυλάει ασυγκράτητο και αβίαστο. Αυτή η συναρμογή χαράς και συγκίνησης, οι γευστικές εναλλαγές γλυκού και αλμυρού, είναι που κάνουν το έργο να ξεχωρίζει ανάμεσα σε τόσα άλλα.

Ο "κατά δικός μου" πραγματεύεται τον αντίκτυπο της σημερινής οικονομικοπολιτικής πραγματικότητας στις ανθρώπινες σχέσεις και στη σχέση που έχουμε με τον εαυτό μας. Κινητήριος μοχλός του έργου ο ρατσισμός. Η πίστη στην ανωτερότητά μας απέναντι στο ξένο μάς περιχαρακώνει πνευματικά, δημιουργώντας στερεότυπα. Ωστόσο, υπάρχει πάντοτε το περιθώριο μεταμέλειας. Ακόμα και στην περίπτωση που το διαφορετικό έχει φαλκιδεύσει απτά τα δικαιώματά μας, ακόμα κι όταν έμπρακτα έχει θίξει τα συμφεροντά μας, η γνωριμία μαζί του μάς δίνει τη δυνατότητα να αναθεωρήσουμε. Η εμπιστοσύνη που ενδεχομένως δείξουμε σε αυτό κάνει κι εμάς καλύτερους, αλλά βοηθάει κι εκείνο να αδράξει την ευκαιρία που αναζητούσε, για να κατορθώσει να μη ζει πια παραβατικά και να γίνει "κάποιος".

Το α- στερητικό μπορεί να φέρει τα πάνω κάτω και να μας βοηθήσει να υπερβούμε τους φόβους μας. Αυτός ο φόβος, που βρίσκεται στον πυρήνα της θεατρικής πράξης, εκδηλώνεται στην αρχή ως ξενοφοβία και ύστερα, καθώς η δράση εξελίσσεται, ως φόβος για τον εαυτό και τελικά ως φόβος για τα πάντα και τους πάντες. Ο φόβος για το ξένο μετασχηματίζεται σε φόβο για το παν-ελλήνιο. Ο φόβος της απώλειας κινεί τα βήματά μας, μας αναγκάζει να εμμένουμε σε δηλητηριασμένες και τελειωμένες σχέσεις και να μηχανευόμαστε τρόπους, καπηλευόμενοι τις περιστάσεις, για να κρατήσουμε ανθρώπους στη ζωή μας, που ξέρουμε ότι γυρνούν κοντά μας μόνο όταν τα πράγματα στη δική τους ζωή ορφναίνουν.

Παράλληλα, η ανάγκη να νοιώσουμε ασφαλείς μάς κάνει να θυσιάζουμε την ελευθερία μας. Κι υψώνουμε τείχη γύρω μας, που μας κρατούν μακριά από ό,τι έχει πραγματικά σημασία, και ζούμε μέσα στα κλουβιά μας απομονωμένοι, αλλά "αγαπημένοι", αφού ο φόβος είναι αυτός που μας κρατάει ενωμένους. Ο φόβος της απώλειας γίνεται απώλεια της ελευθερίας. Προσπαθώντας να νοιώσουμε πιο ασφαλείς, υποτάσσουμε τον άλλο, τον κάνουμε "κατά δικό μας", κτήμα μας. Όμως αυτά τα κεκτημένα μας εν τέλει μας σκοτώνουν.

Ο "κατα δικός μου" είναι, λοιπόν, το αντικείμενο της ιδιοκτησίας μου που με καθιστά "κατάδικο". Είμαι καταδικασμένος να κυριαρχώ και να αλίσκομαι, είμαι καταδικασμένος να αντιμάχομαι τους φόβους μου με φαρμακευτικά παρασκευάσματα και σιδερικά, είμαι καταδικασμένος να με ξεχνούν και να με θυμούνται, είμαι καταδικασμένος να είμαι ο "κανένας". "Βασανίζομαι", γι' αυτό χρειάζεται δύναμη και θάρρος να επιβληθώ στην ανωνυμία μου και, κατανικώντας τους φόβους μου, να αποκτήσω ταυτότητα. Όπως και να έχει, ένα πρέπει να θυμάμαι, ότι "δεν πατάμε ανθρώπους, μίστερ!".

Σάββατο 13 Οκτωβρίου 2012

Εξομολόγηση ενός απαράδεκτου δασκάλου

Βασανίζομαι από τύψεις. Βρίσκομαι στα πρόθυρα της κατάθλιψης. Κάθε φορά που αντικρίζω ένα μαθητή βάφομαι πιο κόκκινος και από τις κοκκινίλες μου στα τετράδια. Είμαι ένας απαράδεκτος δάσκαλος.

Όχι, δε χρησιμοποιώ βία για την πειθαρχία της τάξης. Έπαψα προ πολλού να είμαι παραδοσιακός. Πρόσφατα όμως διαπίστωσα ότι μετερχόμουν άλλα μέσα, πιο βίαια και πιο αυταρχικά. Είναι γιατί ακολουθούσα την πάγια τακτική να απαιτώ να κάνουν αυτό που τους λέω και να το κάνουν όπως τους λέω.


Δεν υπήρχε τότε άλλη λύση.
Είχα καλό σκοπό κι ο σκοπός αγιάζει τα μέσα. Ήταν ο μονόδρομος που έπρεπε να τραβήξω, για να μάθουν τα πάντα σωστά.  Άλλο αν οδηγήθηκα σε αδιέξοδο, αφού δεν έμαθαν στο τέλος τίποτα.

Βέβαια οι περισσότεροι ξέρουν τι γράφουν μέσα τα βιβλία. Ξέρουν κάτι τόσο καλά που το θυμούνται αυτολεξεί. Αν τους ρωτήσεις πού το ξέρουν, σου λένε ακριβώς σε ποια σελίδα βρίσκεται. Κι αν τους ρωτήσεις τι γνώμη έχουν γι’ αυτό, ε τότε δε σου λένε τίποτα.

Γενικά οι μαθητές είναι είτε καλοί είτε κακοί. Οι καλοί είναι συνήθως έξυπνοι και οι κακοί ανόητοι. Έτσι νόμιζα παλιά. Δεν υπάρχουν διαβαθμίσεις. Ο μαθητής είναι καλός ή κακός. Ο καλός υπακούει, έχει φιλότιμο, σε σέβεται, σηκώνει χέρι, σε βοηθάει στη δουλειά σου. Ο κακός είναι αναιδής, σε αμφισβητεί, δεν μπορεί να παρακολουθήσει το μονόλογό σου και χασμουριέται, με δυο λόγια είναι μπελάς.

Θα αναρωτιέσαι αν πίστευα τότε στην προσωπικότητα του μαθητή. Σίγουρα κάθε άνθρωπος έχει ιδιαίτερες ανάγκες κι επιθυμίες, προσδοκίες και φόβους, αδυναμίες και δυνατότητες, ενδιαφέροντα και κλίσεις... Όμως μέσα σε μια τάξη με τόσα παιδιά και με το πρόγραμμα να σε κυνηγά πώς να ασχοληθείς με τις ιδιαιτερότητες;

Έτσι κι αλλιώς ο στόχος επετεύχθη, μπήκαν στο πανεπιστήμιο. Είναι πραγματικά μεγάλο πράγμα, το θυμάμαι και προσωπικά. Εγώ σπούδασα φιλολογία, γιατί με σαγήνεψαν οι λέξεις. Κι ύστερα, δάσκαλος πια, αυτές τις ίδιες λέξεις τούς απαγόρευσα να τις μιλούν, στόμωσα τη σκέψη και τον ψυχισμό τους και τα έχυσα σε καλούπια.

Τελικά δεν υπάρχουν απαράδεκτοι μαθητές· μόνο απαράδεκτοι δάσκαλοι υπάρχουν.



 

Τετάρτη 23 Νοεμβρίου 2011

Το πουλί που ονειρευόταν να πετάξει

Ήταν κάποτε ένα πουλί που του άρεσε να πετάει.
Θα μου πείτε, όλα τα πουλιά αρέσκονται να πετούν. Μα στο συγκεκριμένο Δάσος το πέταγμα είχε απαγορευτεί εδώ και πολύ πολύ καιρό.
Έτσι, μετά από αλλεπάλληλες γενιές πουλιών που δεν πετούσαν, οι νεοσσοί γεννιούνταν με όλο και πιο ασθενικές φτερούγες. Τον περασμένο χρόνο μάλιστα γεννήθηκε ένας κραυγαετός που δεν είχε καθόλου φτερούγες.
Ανάλογες απαγορεύσεις που ίσχυαν για τα πουλιά υπήρχαν βέβαια και για τα άλλα ζώα. Να σας πω για παράδειγμα ότι σε κανένα λαγό δεν επιτρεπόταν να τρέχει. Αν τον έβλεπαν οι Λύκοι, που ήταν οι φύλακες του Δάσους, θα του έδιναν κλήση. Αλλά για τα πουλιά οι νόμοι ήταν αυστηρότεροι.
Το γεγονός αυτό δεν ενοχλούσε παρά λιγοστά είδη πουλιών. Δεν ξέρω ποια ακριβώς ήταν δυστυχισμένα, γιατί φοβούνταν και δεν το τιτίβιζαν. Όλα τα υπόλοιπα έδειχναν πολύ ικανοποιημένα, μιας και είχε επιλυθεί διαπαντός το πρόβλημα της διατροφής τους και μπορούσαν να γεύονται νοστιμότατους μεζέδες χωρίς να κοπιάσουν τα ίδια.
Και οι φωλιές τους όμως ήταν ιδιαίτερα ευρύχωρες και άνετες. Τους τις είχαν κτίσει κοντά στο μέρος όπου συγκεντρώνονταν καθημερινά όλα τα ζώα, για να ακούσουν τι είχαν να πουν τα Τσακάλια, εκπροσωπώντας το Βασιλιά τους, και στη συνέχεια να ψυχαγωγηθούν με το φθηνό – η αλήθεια είναι – αλλά κατανοητό σε όλους θέαμα που πρόσφεραν οι Βάτραχοι.
Τα πουλιά, λοιπόν, δεν ήταν πια αναγκασμένα να εξασφαλίζουν τη στέγη και την τροφή τους, γι’ αυτό άλλωστε και είχαν ξεχάσει να πετούν. Αλλά εκείνο το πουλί ονειρευόταν κάθε νύχτα ότι πετούσε. Τα όνειρά του μάλιστα τον τελευταίο καιρό ήταν τόσο ζωντανά που, όταν ξυπνούσε, ένοιωθε ότι αλήθεια μπορούσε να πετάξει. Κι η καρδιά του φτερούγισε από ευτυχία.
Κάθε μέρα που ξεκινούσε για το σχολείο βυθιζόταν σε σκέψεις. Προσπαθούσε να αποκρυπτογραφήσει τη σημασία αυτών των ονείρων. Δεν είχε δει ποτέ όσο ζούσε κανένα πουλί να πετάει. Αφού, λοιπόν, δεν είχε συγκεκριμένη εμπειρία, πώς γινόταν σε αυτή την αποκλίνουσα κατάσταση συνειδητότητας των ονείρων του να βλέπει ότι στη φύση των ομοίων του υπάρχει αυτή η ικανότητα;
Βέβαια δεν ήξερε ο μικρός φτερωτός μας φίλος ότι ερωτήματα σαν και αυτά απασχολούσαν εδώ και χρόνια έναν ολόκληρο επιστημονικό κλάδο. Στα πέρατα του δάσους, μακριά από τον οικισμό των ζώων, στο τιτάνιο ερευνητικό κέντρο με τα ψηλά τείχη που έφταναν ως στον ουρανό, οι Κουκουβάγιες ολονυχτίς μελετούσαν συστηματικά τέτοια ψυχολογικά θέματα, προσπαθώντας να εφεύρουν μία κατάλληλη μέθοδο, ώστε να εξαλείψουν τα υποσυνείδητα βιώματα.
Αυτό λοιπόν ούτε το ήξερε ούτε το φανταζόταν ο...
Σας ζητώ συγγνώμη για τη διακοπή, αλλά... τι γκάφα! Λίγο έλειψε να σας αποκαλύψω την ταυτότητα του ήρωα αυτής της πραγματικής ιστορίας. Ας βρω καλύτερα ένα ψευδώνυμο για το πουλί που επιθυμούσε να πετάξει, ώστε να διατηρηθεί η ανωνυμία του, γιατί δεν πρέπει να μάθει κανείς ότι υπάρχει κάποιος σε αυτή την κοινωνία ζώων που έχει τέτοιες επιθυμίες ή που κάνει τέτοιες ανήκουστες σκέψεις.
Για να προφυλάξουμε το φίλο μας από τις Αλεπούδες, που τρίβουν τα χέρια τους όποτε ανακαλύπτουν τέτοια περιστατικά, αφού ασκούν επίσημα το επάγγελμα του καταδότη και φορολογούνται μάλιστα γι’ αυτό, ας τον φωνάζουμε από δω και πέρα «Αιθεροβάμων». Άλλωστε, όπως σε ένα βάζο μαρμελάδα σημασία δεν έχει η ετικέτα, αλλά το περιεχόμενο, έτσι και στα ζώα σημασία δεν έχουν τα ονόματα, αλλά οι ψυχές τους.
Ο Αιθεροβάμων, λοιπόν, δε φανταζόταν καν ότι οι επιστήμονες προσπαθούσαν να απαλλάξουν τα ζώα από τα όνειρά τους. Περπατώντας όμως κάθε ξημέρωμα προς το σχολείο, έκανε περίπλοκες σκέψεις για τα όνειρα και ευχάριστες σκέψεις για το πέταγμα. Ήθελε να βρει τις κατάλληλες λέξεις, για να ορίσει το συναίσθημα που βίωνε στα όνειρά του, αλλά καμία τέτοια λέξη δεν υπήρχε στο λεξιλόγιό του. Εμείς βέβαια θα μπορούσαμε να το πούμε αυτό απλά και αβίαστα «αίσθηση ελευθερίας».
Τις ώρες που βρισκόταν στο σχολείο ήταν αδύνατο να σκεφτεί οτιδήποτε άλλο πέρα από τα μαθήματά του. Αυτό από τη μία οφειλόταν στο ότι ο δάσκαλος ήταν πολύ αυστηρός και αυταρχικός και δεν επέτρεπε να μην προσέχουν τα ζώα τη διδασκαλία του. Από την άλλη, τελείωνε φέτος το σχολείο και έπρεπε να προσπαθήσει σκληρά, για να πάρει το απολυτήριό του, ώστε να μπορέσει να εργαστεί στα μεγάλα δημόσια έργα. Δεν ήθελε να καταντήσει σαν τα τζιτζίκια που, επειδή όλη μέρα μπεκρολογούσαν, τα άλλα ζώα τα κοιτούσαν υποτιμητικά και τα περιθωριοποιούσαν, αλλά δεν έκαναν τίποτε γι΄αυτό.
Έτσι και σήμερα μπήκε στην τάξη αποφασισμένος να επιστήσει όλη του την προσοχή στο μάθημα. Το Φίδι, που όλοι αποκαλούσαν σοφό δάσκαλο και το σέβονταν, επειδή είχε παρακολουθήσει ανώτατες πνευματικές σπουδές, θα αναφερόταν σε μια κρίσιμη περίοδο της Νεότερης Ιστορίας του Δάσους και είχε ζητήσει να μη λείψει κανένας από την παράδοση.
Οι μαθητές άνοιξαν τα βιβλία τους στη σελίδα που τους υποδείχτηκε και προσπάθησαν να ερμηνεύσουν και να κατανοήσουν με την καθοδήγηση του δασκάλου τις εικόνες που υπήρχαν εκεί. Βλέπετε, τα βιβλία σ΄αυτό το σχολείο ζώων περιείχαν κυρίως φανταχτερές και εντυπωσιακές εικόνες που καθήλωναν τους μαθητές. Τις εικόνες αυτές κάποτε συνόδευαν κάποιες λιτές φράσεις, χωρίς ρήματα, ή – σπανιότερα – σύντομα και ευκολομνημόνευτα κείμενα.
Την προσοχή του Αιθεροβάμονα αιχμαλώτισε μια συγκεκριμένη εικόνα που παρίστανε ένα δίποδο ον δυο μέτρα ψηλό, το οποίο το Φίδι αποκάλεσε «Άνθρωπο». Τα μάτια του Ανθρώπου πετούσαν σπίθες, το στόμα του ήταν παραμορφωμένο από τις οξείες κραυγές που άφηνε κι είχε ιδιαίτερα τρομακτική όψη. Στα χέρια του κρατούσε ένα μεγάλο και μακρόστενο σιδερένιο εργαλείο. Ο Αιθεροβάμων έμαθε ότι το εργαλείο αυτό λεγόταν «όπλο» και ότι του έδινε υπέρτατη εξουσία, όταν το χρησιμοποιούσε για να επιβληθεί και να σκοτώσει ζώα...
Το αθώο πουλί ανατρίχιασε. Η εικόνα αυτή ήταν πολύ πιο φοβερή από εκείνες που παρουσίαζαν τα Τσακάλια κάθε απόγευμα στο Χώρο Ενημέρωσης και Ψυχαγωγίας, για να θυμίσουν στο λαό ότι ο κίνδυνος να επιστρέψουν οι Εχθροί και να καταλάβουν το Δάσος καραδοκούσε ακόμα.
Σταλάζοντας ο φόβος στην καρδιά του Αιθεροβάμονα, υποσκέλισε την επιθυμία του να πετάξει. Έφευγε τώρα από το σχολείο, βυθισμένος σε καινούριες σκέψεις. Το γεγονός ότι τα πιο εξέχοντα ζώα του δάσους, ειδικά οι Νυφίτσες, που απάρτιζαν το βασιλικό συμβούλιο, αλλά και ο ίδιος ο Βασιλιάς, μεριμνούσαν για την ασφάλεια όλων, τον έκανε να αναστενάξει από ανακούφιση. Πόσο πιο εύκολο είναι αλήθεια να αποφασίζει κάποιος άλλος για τη ζωή σου!
Το Φίδι είχε διακηρύξει με στόμφο ότι η Αρκούδα δικαίως είχε αναγορευτεί Βασιλιάς των Ζώων, αφού διέθετε εξαίρετες ικανότητες τόσο στη διακυβέρνηση όσο στο διπλωματικό πεδίο. Η εκεχειρία που είχε υπογράψει με τους Ανθρώπους ήταν ευνοϊκή για όλους και η ειρήνη θα διαφυλασσόταν για πάντα, έφτανε οι υπήκοοι να τηρούσαν κατά γράμμα τις αυτοκρατορικές αποφάσεις. Το Δάσος είχε, εξάλλου, στη διάθεσή του ένα πολύ καλά εξοπλισμένο στράτευμα Αγριόγατων, που θα έδιναν και τη ζωή τους για την προστασία του έθνους.   
Τόσο πολύ είχαν κατακλύσει οι σκέψεις το μυαλό του Αιθεροβάμονα που δεν είχε συνειδητοποιήσει ότι εδώ και ώρα είχε χαθεί μέσα στο δάσος. Ξυπνώντας λες από εφιάλτη και αντικρίζοντας το άγνωρο τοπίο γύρω του, του δημιουργήθηκε τέτοια αναστάτωση που παραπάτησε και άρχισε να πέφτει κάθετα από έναν ψηλό γκρεμό. Νομίζοντας ότι το τέλος του είχε φτάσει, έκλεισε τα μάτια και προσευχήθηκε δυνατά. Αχ και να γινόταν κάτι να σωθεί!
Τότε, κλάσματα δευτερολέπτου πριν από την πρόσκρουση στο έδαφος και την τελική συντριβή του, το πουλί που ονειρευόταν να πετάξει πήρε τη μοίρα του στα χέρια του. Ενστικτωδώς, άρχισε να χτυπάει με μανία τις φτερούγες του, κατορθώνοντας να μειώσει την ταχύτητα της πτώσης. Βλέποντας ότι η προσπάθειά του είχε αποτέλεσμα, αναθάρρησε και χιλιοστά πάνω από το έδαφος, με τη μαεστρία που πετούσε στα όνειρά του, άνοιξε διάπλατα τις φτερούγες του και απογειώθηκε...   
Παρόλο που δεν μπορούσε ακόμη να πιστέψει την αίσια έκβαση της ατυχούς περιπέτειάς του ούτε να καταλάβει σε βάθος τη σπουδαιότητα που είχε το κατόρθωμα που θα του άλλαζε τη ζωή, η χαρά του ήταν απερίγραπτη και πρωτόγνωρη. Προς στιγμή ξέχασε τις ρητές απαγορεύσεις που ίσχυαν για τα πουλιά, συνεπαρμένος καθώς ήταν από το εναέριο παιχνίδι του και την κατάκτηση του ουράνιου θόλου.
Λίγο πιο πέρα από το μέρος όπου διαδραματίζονταν αυτά, δυο Ποντικοί, μέλη της μυστικής υπηρεσίας, κατέστρωναν χαμηλόφωνα κάποιο δραστικό σχέδιο σύλληψης ενός Αγριογούρουνου, που φημολογούνταν ότι κρυβόταν κάπου στο δάσος. Πράγματι, ο Αιθεροβάμων θα πλήρωνε ακριβά τη σχεδόν αλαζονική του συμπεριφορά, αν οι αδύναμες ακόμα φτερούγες του δεν τον πρόδιδαν τελικά. Η αγωνία τού παραλίγο άδοξου τέλους του και η υπερπροσπάθεια του παρθενικού του πετάγματος τον είχαν κουράσει τόσο πολύ που, ξεπνοημένος, υποχρεώθηκε να επιστρέψει στα επίγεια.
Στο γυρισμό ο Αιθεροβάμων, παίρνοντας την απόφαση να μη μοιραστεί με κανέναν την εμπειρία του, επιτάχυνε το βήμα του. Είχε, βλέπετε, συναντήσει τους Ποντικούς που, διακόπτοντας τη σιγανή κουβέντα τους, του είχαν ρίξει μια λοξή και ιδιαίτερα διαπεραστική ματιά, που έκανε την καρδιά του να σφιχτεί από ταραχή. Προσπερνώντας τους, ένοιωσε μεγάλη ευγνωμοσύνη που από καθαρή τύχη είχε προηγουμένως διαφύγει την προσοχή τους. Δεν είχε βέβαια προσέξει ότι ένα άλλο ζευγάρι περίεργα μάτια τον παρακολουθούσαν όλη αυτή την ώρα να πετά.
**********
Πιστός στην απόφασή του, ο Αιθεροβάμων δεν αποκάλυψε το μεγάλο του μυστικό ούτε στους γονείς του. Τους ρώτησε μόνο μια μέρα δήθεν αδιάφορα: «Σε τι χρησιμεύουν οι φτερούγες;» Ο πατέρας του δεν αποκρίθηκε, γιατί ήταν απορροφημένος στη σύνταξη μιας αίτησης έγκρισης προς το Βασιλιά που αφορούσε την προέκταση της φωλιάς τους. Αλλά η μητέρα του έσπευσε να του ξεκαθαρίσει: «Οι φτερούγες κάνουν τα πουλιά πιο όμορφα, παιδί μου!».
Ο Ασβός, γνωστός σε όλο το Δάσος για την παραφροσύνη του, που έτυχε να ακούσει τη συνομιλία, χωρίς όντως να του απευθύνουν το λόγο, τραύλισε: «Τάχα για να σκάβεις λάκκους τα ’χεις τα φτερά; Για να πετάς τα ’χεις ντε!». Κανείς ασφαλώς δεν έπαιρνε στα σοβαρά τον Ασβό και όλοι τον περιγελούσαν. Γιατί περιφερόταν πάντα άσκοπα στα λιβάδια και ανάμεσα στα ζώα, λέγοντας τέτοια τραγελαφικά.
Μέσα στο Δάσος οι σχέσεις μεταξύ των ζώων ήταν τυπικές και ψυχρές. Το υπάρχον καθεστώς απαγόρευε τις στενές κοινωνικές επαφές και καλλιεργούσε με επιτήδειο τρόπο το φόβο και τη διχόνοια στα μέλη του. Τα σαρκοβόρα ζώα, προκειμένου να αποκτήσουν υψηλότερη ιεραρχία στη διακυβέρνηση, στις υπηρεσίες ασφαλείας και στους δημόσιους οργανισμούς, είχαν συναινέσει να μην αναζητούν τη λεία τους ανάμεσα στους υπηκόους κι έτσι επικρατούσε σχετική ευρυθμία. Ουσιαστικές και εγκάρδιες φιλίες, όμως, δεν υπήρχαν ούτε ανάμεσα στα ζώα του ίδιου είδους.
Τα περισσότερα ζώα εργάζονταν εντατικά στην κατασκευή δημόσιων έργων. Έτσι τα ζαρκάδια, οι λαγοί, οι σκίουροι, οι σκαντζόχοιροι, οι σαύρες, τα κουνάβια και τα μυρμήγκια ασκούσαν βαριά χειρωνακτικά επαγγέλματα, ενώ οι φασιανοί, οι πέρδικες, οι κούκοι και τα άλλα πουλιά είχαν αναλάβει την ευθύνη να τα εποπτεύουν, ώστε να μην αποφεύγει κανείς από ραθυμία να εκτελεί τα καθήκοντά του. 
Την περίοδο που το Φίδι εξέδυε το δέρμα του και το σχολείο ήταν κλειστό, ο Αιθεροβάμων επισκεπτόταν συχνά τον πατέρα του στη δουλειά. Η κατασκευή του νέου μεγάλου έργου, της γέφυρας που θα ένωνε τις όχθες του ποταμού, ήταν επίπονη διαδικασία και τα ζώα κατέβαλλαν πυρετώδεις προσπάθειες, για να συμβάλουν στην ανάπτυξη του Δάσους.
Μια από εκείνες τις μέρες ένα ζαρκάδι ζήτησε άδεια να λείψει για λίγες ώρες, ούτως ώστε να μεταφέρει το μικρό του στο γιατρό. Ο επιστάτης του, όμως, που τύχαινε να είναι και πατέρας του Αιθεροβάμονα, δεν επέτρεψε στο ζαρκάδι να φύγει, γιατί δε θεώρησε ότι η δικαιολογία του ευσταθούσε. Άλλωστε, η περαίωση του έργου είχε καθυστερήσει κι έπρεπε μέχρι το τέλος της εβδομάδας να παραδοθεί, διαφορετικά θα επιβάλλονταν κυρώσεις από τους ιθύνοντες.
Πιθανόν η κατάσταση της υγείας του μικρού ήταν κρίσιμη, γιατί το ζαρκάδι, που είχε τοποθετήσει την οικογένεια ψηλότερα από κάθε άλλη αξία, το έσκασε δίχως δεύτερη σκέψη. Χωρίς χρονοτριβή, οι Λύκοι το πρόλαβαν και το συνέβαλαν, ενώ την επομένη το εξόρισαν για ανυποταγή, στερώντας του κάθε ελπίδα να ξανασμίξει με την οικογένειά του. Λίγο καιρό μετά, ο Αιθεροβάμων, πραγματοποιώντας μια χαμηλή πτήση, είδε ένα θηλυκό ζαρκάδι να κλαίει πάνω από το νεκρό μικρό του. 
**********
Γεγονότα σαν κι αυτό έζησε κι άλλα από τότε ο Αιθεροβάμων. Ίσως συνέβαιναν πάντα, αλλά ο ίδιος δεν τα αντιλαμβανόταν. Τώρα όμως ήξερε να πετάει κι έβλεπε την αλήθεια. Λυπημένος, αγανακτισμένος και προβληματισμένος, περιδιάβαινε στο δάσος, προσπαθώντας να βρει μια λύση, μια διέξοδο. Πόσο μεγάλη μοναξιά ένοιωθε! Άραγε δεν υπήρχε κανείς που να νοιώθει σαν αυτόν, δεν υπήρχε ζώο που να βιώνει την καταπίεση;
Στο σημείο του δάσους που κάποτε είχε γλυτώσει από βέβαιο θάνατο, γιατί είχε ανοίξει τα φτερά του, συνάντησε μια χελώνα. Το ερπετό άρχισε να τον πλησιάζει με αργά βήματα και όταν επιτέλους έφτασε σε απόσταση τέτοια που να μπορεί να του μιλήσει εμπιστευτικά, του είπε: «Σ’ έχω δει να πετάς και σ’ έχω δει να κλαις. Ξέρω τι σε απασχολεί και μπορώ να σε βοηθήσω. Είμαι εκατόν πενήντα χρονών κι έχω ζήσει καλύτερες μέρες. Ξέρω τι θα πει ελεύθερη και ευτυχισμένη φυσική ζωή».
Τα μάτια του Αιθεροβάμονα άνοιξαν διάπλατα. Η χελώνα δεν περίμενε απόκριση: «Ζω εδώ απομονωμένη με το μικρό μου, γιατί δεν αντέχω την υποκρισία και την υποτέλεια. Κανείς δεν ήξερε ότι κρυβόμαστε εδώ μέχρι που ανταμώσαμε τυχαία ένα Αγριογούρουνο. Το έψαχναν να το συλλάβουν, γιατί έγραφε στίχους και τραγούδια που υμνούσαν τα δικαιώματα των ζώων. Ήταν το τελευταίο που είχε απομείνει, τα άλλα Αγριογούρουνα έχουν ήδη συλληφθεί και κανείς δεν ξέρει τι έχουν απογίνει. Τώρα το συνέλαβαν κι αυτό οι Ποντικοί».
Ο Αιθεροβάμων δεν μπορούσε να αρθρώσει λέξη. Η χελώνα φώναξε το μικρό της κι εκείνο ήρθε και κάθισε κοντά τους. Έμειναν για ώρα αμίλητοι. Ύστερα το πουλί ρώτησε τη χελώνα: «Υπάρχει αλήθεια κάτι που μπορούμε να κάνουμε;».
Η χελώνα καθάρισε το λαιμό της και σαν να περίμενε αυτή την ερώτηση καιρό απάντησε: «Είναι ουτοπία να πιστεύουμε ότι μπορούμε να αλλάξουμε τα πράγματα. Είμαστε λίγοι και θα χρειαστεί χρόνος να αφυπνίσουμε τα άλλα ζώα. Εμένα η ζωή μου τελειώνει...». Έκανε μια μικρή παύση. Έπειτα συνέχισε πιο αποφασιστικά: «... Εσείς έχετε όλη τη ζωή μπροστά σας, πετάξτε λοιπόν μακριά! Υπάρχουν κι άλλα δάση, υπάρχει χώρος σ’ αυτή τη γη για τις ελεύθερες ψυχές, για συνειδήσεις σαν τις δικές σας».
«Κι οι Άνθρωποι;», ρώτησε ο Αιθεροβάμων. «Οι Άνθρωποι δεν είναι απειλή;»
«Οι Άνθρωποι είναι ανόητοι και προβλέψιμοι», απάντησε η χελώνα, βοηθώντας το μικρό της να ανεβεί στη ράχη του Αιθεροβάμονα.
Και το πουλί που ονειρευόταν να πετάξει έφυγε χωρίς να κοιτάξει πια πίσω.  

ΤΕΛΟΣ
  



Τετάρτη 23 Ιουνίου 2010

Αγνώμονες

Από τη λήθη θολωμένα τα μυαλά
δειλών που ασκούν τρομοκρατία
ξεριζώνουν γλώσσες στερώντας τη λαλιά
με αγνωμοσύνη και αλαζονεία
οραματιστών που από αγνωσία ολίσθησαν.




Δευτέρα 14 Ιουνίου 2010

Αντίσταση κατά της αρχής

Δολοφόνοι εγκάθετοι, εξουσιαστές τρομοκράτες
δικαιώματα δίνετε ηρωισμού της τυχαιότητας.
Μανιασμένα παμφάγα από τα χοιροστάσια αμολιέστε
σε μπλόκα στοιχίζεστε με ασπίδες, σφαίρες και κράνη.
Εργασιακά κρεματόρια, πρεζέμποροι, ρουφιάνοι
σχολικά κτήρια νάρκωσης, κέντρα ψυχοκτονίας.

Τους κύκλους της ελευθερίας μου όλοι σπάτε
τους μετατρέπετε σε μόνιμους και πνιγηρούς κλοιούς.
Προστασία από τις ευνομούμενες κοινωνίες σας δε ζητάμε
την ηθική ετερονομία σας δεν προσκυνάμε.
Για μια διέξοδο από την επίφαση ζωής
αντιστεκόμαστε κατά κάθε αρχής...