Πέμπτη 30 Δεκεμβρίου 2010

Ένα χριστουγεννιάτικο παραμύθι

Βράδυ Χριστουγέννων. Κάθομαι στο πολυκαιρισμένο παγκάκι της αυλής, δίπλα στο μακρόβιο έλατο. Φοράω χοντρό πανωφόρι και έχω τυλίξει πολλές φορές ένα ζεστό κασκόλ γύρω από το λαιμό μου. Οι νιφάδες του χιονιού πέφτουν στο γυμνό μου κεφάλι. Τα πολύχρωμα λαμπιόνια που στολίζουν το ψηλό δέντρο αναβοσβήνουν, τυλίγοντάς με πότε στο τρομακτικό, πυκνό σκοτάδι και πότε στο γλυκό, ελπιδοφόρο φως. Αυτές οι εναλλαγές φωτός και σκότους σημάδεψαν ολόκληρη τη ζωή μου. Είμαι τώρα πέντε χρονών.

Επί εβδομήντα χρόνια την ίδια ώρα της ίδιας άγιας νύχτας κάθομαι στο ίδιο παγκάκι της αυλής, δίπλα στο στολισμένο με λαμπιόνια έλατο, πιστός στο ραντεβού μου. Αναμένω τη λάμψη που θα σκίσει το σκοτάδι και θα φωτίσει το δρόμο μου. Ξέρω ότι αργά ή γρήγορα θα εμφανιστεί.

Την πρώτη φορά – ήμουν εβδομήντα πέντε χρόνων θυμάμαι – η στιγμιαία λάμψη αποκάλυψε σβήνοντας μια ζοφερή ανδρική μορφή. Συνειδητοποίησα αυτοστιγμεί ποιος ήταν ο επισκέπτης μου και ταράχτηκα πολύ. Η μαύρη φορεσιά του και η αποκρουστική όψη του με έκαναν να στρέψω αλλού το βλέμμα μου. Απέφυγε λοιπόν να έρθει δίπλα μου και κάθισε παράμερα μέχρι να συνηθίσω την παρουσία του και να αποδεχτώ τον ερχομό του. Όταν πια κατόρθωσα να νικήσω το φόβο, του μίλησα:
- Η παρουσία σου είναι λιγότερο δυσάρεστη από την αναμονή σου. Λιγότερο δυσάρεστη και από τη βεβαιότητά σου. Μακάρι να μην είχα ποτέ συνείδηση της ύπαρξής σου...
Ο Θάνατος τότε αποκρίθηκε:
- Η ύπαρξή μου έδωσε νόημα στη δική σου ύπαρξη και αξία στη ζωή σου!

Η παράδοξη αυτή οπτική πράγματι νοηματοδότησε τη ζωή μου, έτσι στα εξήντα πέντε μου φρόντισα να βρίσκομαι στο ίδιο μέρος την ίδια στιγμή. Τότε εμφανίστηκε μπροστά μου το Μίσος. Είχε όψη χαιρέκακη και βαθουλωτά, σπινθηροβόλα μάτια. Σηκώθηκα από τη θέση μου και το ρώτησα:
- Σε όλη μου τη ζωή δε σε συνάντησα. Γιατί πρέπει τώρα να με κάνεις να χάσω την καλοσύνη και την πραότητά μου;
- Πρέπει να με υποφέρεις, γιατί έτσι μόνο θα συμπληρωθεί ο κατάλογος των παθών σου. Δε θα μπορούσες να ισχυριστείς ότι έζησες, αν δε γνώριζες εμένα, που είμαι το πιο έντονο συναίσθημα. Πόσο μάλλον να ισχυριστείς ότι έζησες δίνοντας και παίρνοντας αγάπη.
Έτσι έζησα ακόμα μια δεκαετία, προσπαθώντας να συμβιβαστώ με τα πάθη μου, δηλαδή με την ανθρώπινη φύση μου.

Στα πενήντα πέντε μου χρόνια παρουσιάστηκε απρόσμενα μπροστά μου η Αρρώστια. Ήταν καχεκτική, με πρόσωπο ωχρό και μαλλιά στο χρώμα του πυρωμένου σίδερου. Δεν της μίλησα, μόνο αναστέναξα με αγανάκτηση.
- Μην εγκαταλείπεις τον αγώνα, μου είπε τότε χαμηλόφωνα, χαϊδεύοντάς μου τα μαλλιά. Μπορείς να βγεις πολύ δυνατότερος από αυτή τη δοκιμασία. Είμαι το τίμημα που πληρώνεις για όσα ανεκτίμητα αγαθά θεωρούσες ως τώρα δεδομένα.
Την αρρώστια τελικά τη νίκησα με καρτερικότητα και ανεξάντλητη θέληση για ζωή και εκτίμησα την υγεία, που είναι το πολυτιμότερο αγαθό.

Ανήμερα Χριστουγέννων, στα σαράντα πέντε μου χρόνια, στην ακμή της δύναμης και της εξουσίας μου, εμφανίστηκε μπροστά μου ο Πλούτος.
- Μου έχεις χαρίσει την ευτυχία, του είπα.
- Η ευτυχία που σου προσφέρω είναι εφήμερη, μου απάντησε. Για να καταλάβεις πόσο σε καταδυναστεύω, πρέπει να με απαρνηθείς. Τότε θα βρεις πιο ουσιαστικά πράγματα που θα σε κάνουν πραγματικά ευτυχισμένο.
Το χρήμα όμως ήταν δύσκολο να το απαρνηθώ κι άργησα πολύ να καταλάβω ότι όσο περισσότερα αποκτούσα τόσο πιο δυστυχισμένος και περιορισμένος γινόμουν.

Στα τριάντα πέντε μου, δίπλα μου στο παγκάκι της αυλής ήρθε και κάθισε ο Χρόνος. Με άγγιξε κι εγώ πετάχτηκα πάνω τρομαγμένος. Γεμάτος θυμό, του είπα:
- Το διάβα σου είναι τόσο βιαστικό. Μου γεννάς τον πανικό και υποτάσσεις την ψυχή μου.
- Υπάρχω, γιατί με δημιούργησες. Και με δημιούργησες, για να εκπληρώνεις έγκαιρα και χωρίς αναβολή τους στόχους σου. Έτσι θα γίνεις σπουδαίος!
Συμφιλιώθηκα λοιπόν μαζί του και προσπάθησα να καταγίνομαι στο εξής με πράγματα σημαντικά.

Στη νιότη των είκοσι πέντε μου γνώρισα τον Έρωτα. Είχε ροδαλά μάγουλα και κατάστιλπνα μαύρα μαλλιά. Η παρουσία του έκανε την καρδιά μου να σκιρτήσει και κάθε ψήγμα λογικής να εξανεμιστεί.
- Η φωνή της λογικής σπάνια λέει την αλήθεια, είπε. Ακολούθησε το δρόμο που σου ανοίγει η καρδιά και να είσαι βέβαιος ότι έχεις πάρει τη σωστή απόφαση.
Από τότε η φωνή της καρδιάς μου υπερίσχυε της ψυχρής λογικής και πλέον είμαι σε θέση να πω ότι ποτέ δε βγήκα χαμένος.

Πριν από δέκα χρόνια, εμφανίστηκε δίπλα στο γέρικο έλατο το Όνειρο. Ήμουν δεκαπέντε χρόνων και η ορμή για ζωή και δημιουργία ξεχείλιζε μέσα μου. Του είπα:
- Άφησέ με επιτέλους ήσυχο. Αγκιστρώνεσαι στο μυαλό μου, με ναρκώνεις κι όταν πια ξυπνάω, θλίβομαι που καμιά εικόνα και υπόσχεσή σου δεν είναι πραγματική!
- Αφού μπορείς να ονειρευτείς, μπορείς και να πραγματοποιήσεις, μου αποκρίθηκε το Όνειρο και χάθηκε από μπροστά μου.

Τώρα είμαι πέντε χρονών. Μάταια περιμένω τη γνώριμη πια λάμψη των Χριστουγέννων, γιατί κάθε στιγμή με λούζει με το φως της. Τώρα νοιώθω πλούσιος, γιατί αγαπάω και γνωρίζω περισσότερα, τώρα είμαι ευτυχισμένος γιατί ζω, αισθάνομαι και ονειρεύομαι. Πίσω από το στολισμένο με πολύχρωμα λαμπιόνια έλατο, ξεπροβάλλει η μητέρα μου. Το χαμόγελό της όμως είναι πιο φωτεινό και πολύχρωμο. Φοβάται σίγουρα μην κρυώσω εδώ έξω. Με σηκώνει στην αγκαλιά της, με φιλάει με στοργή και μου ψιθυρίζει:
- Είσαι όλος μου ο κόσμος...



Πέμπτη 25 Νοεμβρίου 2010

Αν ήξερες

Αν ήξερες με σιγουριά ότι σ’ αυτό τον κόσμο δεν είσαι μηδαμινός σαν κόκκος άμμου, αλλά μοναδικός σαν άβατο φυσικό τοπίο, θα έχανες όλη σου τη ζωή, πασχίζοντας να γίνεις κάποιος άλλος;

Αν ήξερες με σιγουριά ότι τίποτε δε γίνεται ή λέγεται τυχαία, θα μάθαινες να ακούς και να αφουγκράζεσαι τους άλλους;

Αν ήξερες με σιγουριά ότι και οι άλλοι επιζητούν την προσοχή σου, όπως εσύ, που έτσι αναφύεσαι από το χώμα της ανυπαρξίας, θα έμπαινες στον κόπο να τους παρατηρήσεις έστω για μια στιγμή;

Αν ήξερες με σιγουριά ότι αυτό που μόλις αποφάσισες να πράξεις – ή να αποφύγεις να πράξεις – θα είναι γόνος καταστάσεων που θα στοιχειώσουν σαν τρομακτικές σκιές ολόκληρη την υπόλοιπη ζωή σου, θα επανεξέταζες την επιλογή σου;

Αν ήξερες με σιγουριά ότι αύριο θα σε σκόρπιζε η λήθη του θανάτου σου, θα ήσουν λιγότερο απασχολημένος και πρόθυμος να ανταποδώσεις την αγάπη που σου δίνουν;

Αν ήξερες με σιγουριά ότι αυτό στο οποίο αφιερώνεις τα αποθέματα της δύναμής σου και του χρόνου σου θα γίνει για σένα εις το διηνεκές σπουδαίο, θα φρόντιζες προηγουμένως να αναρωτηθείς αν αξίζει μια ψυχή σαν τη δική σου;

Αν ήξερες με σιγουριά ότι για κάθε τι που χάνεις κάτι άλλο καλύτερο κερδίζεις, θα θρηνούσες με γόους την απώλειά σου ή μήπως θα μακάριζες το νέο σου απόκτημα;

Αν ήξερες με σιγουριά ότι αυτό το άυλο ή το αισθητό, στο οποίο με πάθος και τυφλότητα πιστεύεις, είναι η φυλακή που σε χωρίζει απ’ τον πραγματικό εαυτό σου, θα αναζητούσες λύτρωση στη δική σου αλήθεια;

Μάθε λοιπόν ότι όλα αυτά που σε ρωτώ είναι η ουσία της ζωής σου και βρες έναν τρόπο στο σύντομο πέρασμά σου να αφήσεις ίχνη που δεν τα σβήνει ο χρόνος.



Σάββατο 23 Οκτωβρίου 2010

Επιτάφιος

Πόσο δύσκολο είναι να τιμήσει κανείς με έργα όσους χάθηκαν και χάνονται έτσι άτιμα!
Ό,τι κι αν πω για εκείνους ίσως φανεί κατώτερο απ' ό,τι είναι αληθινά σ' αυτούς που γνωρίζουν.
Κι όσοι δε γνωρίζουν θα νομίσουν ότι υπερβάλλω.
Διότι ήταν όλοι τους ψυχές ευγενικές πριν μολυνθούν απ' την αρρώστια κι αρχίσουν να σαπίζουν.
Αντιστάσεις δεν είχαν και τη ρώμη να πάνε ενάντια στο ρεύμα.
Τώρα σκουριάζουν τα μυαλά κι οι αρετές γίνονται επαιτεία.
Ήταν τα παιδιά που άρχιζαν κάτι και πάντοτε τ' άφηναν στη μέση.
Κι οι μανάδες τους έτρεχαν με τις ποδιές να το αποτελειώσουν και να τους δώσουν άλλο.
Από μικρά.
Είναι τα παιδιά που βαριούνται γρήγορα τον κόσμο μας.
Κι όμως, θέλουν να τον ρουφήξουν όλον.
Να τον βάλουν σ' ένα ποτήρι και να τον πιουν μονορούφι.
Αλλά με μια αναπνοή δεν πίνεται ο κόσμος.
Αλλά σταλιά - σταλιά.
Αλλιώς δεν έχει νόημα, αξία, ενδιαφέρον.
Γεμίζεις πλήξη και ψάχνεις κάτι διαρκέστερο.
Ανεξίτηλο στο χρόνο και στο χώρο.
Έπαιξαν μια φορά με το διάολο.
Και εθίστηκαν έκτοτε να παίζουν αδιάλειπτα.
Και πώς να τον νικήσουν;
Άλλοι χάθηκαν με μιας.
Μα άλλοι μαρτυρούν.
Λειώνουν οι σάρκες και κολλούν στα κόκαλά τους.
Κι ο εωσφόρος στο μυαλό τους παίζει χίλια δυο παιχνίδια.
Κάθε μέρα, κάθε ώρα.
Ανασασμό δε βρίσκουν.
Φυτοζωούν.
Κι ο κόσμος ο άλλος γίνεται τυφλός.
Κλείνει τα μάτια μ' αηδία και αποστροφή.
Και τους πετάει ένα κέρμα.
Είναι δύσκολα τα έργα.
Συμφέρει η αποχαύνωση και η νιρβάνα των μαζών.
Και γίνονται οι ψυχές εμπόριο και χρήμα.
Τόσοι πολλοί αλλά στην ουσία ένας.
Πληθαίνουν αλλά μένουν ίδιοι.
Ένα πρόσωπο με ένα χαρακτήρα.
Συμπεριφορά πανομοιότυπη.
Προσωπικότητες αλλοιωμένες.
Γιατί από ανοησία πήγαν σ' εκείνα τα μέρη τα μολυσμένα.
Κι ύστερα τίποτα.
Όταν διαπιστώνουν το φιάσκο είναι αργά.
Έχουν ήδη βγει στο περιθώριο.
Είναι οι "άλλοι", οι παρίες, τα μιάσματα.
Μαθαίνουν να χειρίζονται και να 'ναι μαζί και υποχείρια.
Πριν παλικάρια, τώρα με λυγισμένα γόνατα.
Τώρα σκουλήκια που λειώνουν κάτω από βαριά πέλματα.



Τετάρτη 20 Οκτωβρίου 2010

Καθρέφτες

Όλοι εσείς οι Άνθρωποι γύρω μου είστε καθρέφτες που μέσα τους βλέπω τον εαυτό μου. Γι’ αυτό ποτέ δεν αποφεύγω τη συναναστροφή με εσάς είτε είστε φίλοι μου είτε εχθροί μου ή απλά με αντιμετωπίζετε με απάθεια και αδιαφορία. Σε όποια κατηγορία ανθρώπων κι αν ανήκετε στη ζωή μου, έχετε κάτι ουσιαστικό να μου προσφέρετε.

Αν είστε Φίλοι μου, θα μου διδάξετε την τρυφερότητα και την αγάπη, την εμπιστοσύνη και την αποδοχή. Θα διώξετε από μέσα μου τις αγωνίες, θα σκορπίσετε τη μοναξιά, θα δώσετε απάντηση στους προβληματισμούς μου. Αν σας επιλέξω για Φίλους μου, θα επιβεβαιώσετε το σημείο της προσωπικής εξέλιξης στο οποίο έχω κατορθώσει να φτάσω. Γι’ αυτό θα είμαι πολύ προσεκτική στην επιλογή σας.

Αν είστε Εχθροί μου, θα μου διδάξετε την επαγρύπνηση και την εγρήγορση. Κάθε χτύπημά σας θα είναι για μένα και μια καινούρια εμπειρία. Στην προσπάθειά μου να σας αποκρούσω θα αναπτύξω χρήσιμες στρατηγικές άμυνας. Χάρη σ’ εσάς θα εντοπίσω τις ελλείψεις μου και θα υπερνικήσω τις αδυναμίες μου. Εξαιτίας σας θα ανακαλύψω το δυναμικό μου και θα χαλυβδώσω τη θέληση και την επιμονή μου να το ενεργοποιήσω.

Αν είστε Αδιάφοροι, θα μου μάθετε να στηρίζομαι στις δικές μου δυνάμεις. Άθελά σας θα με εξοικειώσετε με το φόβο της απόρριψης που απομυζά από τη γέννησή μου την ελευθερία μου. Δε θα προσπαθήσω να αλλάξω την άποψη που έχετε για μένα. Αυτό θα ήταν χάσιμο χρόνου και φθορά ψυχική. Αντί να αγωνιστώ μάταια να πείσω εσάς, θα προτιμήσω να στραφώ σε εκείνους που μ’ αγαπούν και θα εκτιμήσω τώρα περισσότερο την αφοσίωσή τους.

Πάντως η επαφή με όλους εσάς μαζί και καθένα από εσάς ξεχωριστά θα με κάνει να δω τον εαυτό μου κάτω από ένα νέο πρίσμα.

Μην προσπαθήσετε να μου επιβληθείτε. Μην προσπαθήσετε να με κρίνετε. Δε θα υποδουλωθώ στην εύνοιά σας, δε θα πληγωθώ από τον αρνητισμό σας. Έχω αναγνωρίσει μέσα μου τις επιρροές σας κι έχω γίνει ο εαυτός μου. Είμαι εγώ ο μόνος ειλικρινής και αντικειμενικός κριτής του εαυτού μου.

Γι’ αυτό, τελειώνοντας, Φίλοι, Εχθροί, Αδιάφοροι, Άνθρωποι με ευμενείς ή δυσμενείς κρίσεις, επειδή όλους σάς σέβομαι, σας ρωτώ: «Πότε θα καταλάβετε επιτέλους όλοι εσείς οι «ειδικοί» ότι η αξία η δική μου δεν εξαρτάται από τη γνώμη σας; Ειδικά όταν εσείς κι η γνώμη σας κατά τη γνώμη μου δεν έχετε αξία;»



Δευτέρα 11 Οκτωβρίου 2010

Θα δουλεύουμε, για να μην ψυχοκτονούμε ή θα ψυχοκτονούμε, γιατί θα δουλεύουμε;


Κάποτε η ανικανότητα του ανέργου να ανταποκριθεί στις βασικές απαιτήσεις της ζωής και να ζήσει αξιοπρεπώς τον ανάγκαζε να διάγει βίο ζητιάνου, να ζει παρασιτικά εις βάρος ευρωστότερων οργανισμών ή να εκδηλώνει παραβατική συμπεριφορά. Όπου κι αν τον οδηγούσε ορμέμφυτα η ανάγκη αντιμετώπισης της δεινής του κατάστασης, αναμφίβολα γινόταν πάντοτε ανδράποδο ψυχολογικών προβλημάτων κι αν εξέλειπαν οι εναλλακτικές λύσεις, κατέφευγε ακόμα και στη μοναδική λύτρωση, τον αυτοχειριασμό.

Σήμερα, στο λυκαυγές μιας νέας εποχής για τα εργασιακά δεδομένα, ο άνθρωπος έρχεται αντιμέτωπος με μια ολότελα πρωτόγνωρη κατάσταση που τον κάνει και πάλι να αυτοχειριάζεται ψυχικά, αλλά και βιολογικά, αν τυχαίνει να ενδημεί σε μεγάλα βιομηχανικά αστικά κέντρα, σε κοινωνίες δηλαδή που ήδη έχει εκπνεύσει από μοναξιά.

Είναι γεγονός ότι οι εργασιακές σχέσεις έχουν άρδην μεταβληθεί. Ο εργαζόμενος, αντί να αναγνωρίζεται, απαξιώνεται. Βιώνει το φόβο, την ανασφάλεια, ασφυκτιά από την πίεση. Δεν αντιμετωπίζεται ως άνθρωπος, αλλά ως παραγωγική μηχανή. Εργάζεται εξατομικευμένα, αξιολογείται εξατομικευμένα. Όταν τα εργασιακά του δικαιώματα καταπατώνται από την εργοδοσία, κανείς δε βρίσκεται στο πλευρό του. Η αλληλεγγύη συνιστά μια ξεχασμένη αξία, όπως και η συνεργασία ή η συλλογικότητα.

Όταν κάποιος δεν αντλεί ευχαρίστηση από την εργασία που κάποτε τον ολοκλήρωνε και τον επιβεβαίωνε ως ανθρώπινη ύπαρξη, είναι απίθανο να μην ψυχοκτονήσει. Ο άλλοτε αφοσιωμένος εργαζόμενος, τώρα εργάζεται μηχανικά. Τίποτα δε δημιουργεί, μόνο παράγει. Δεν του επιτρέπεται να έχει αυτενέργεια, μόνο του επιβάλλεται να εκτελεί πειθήνια εντολές. Ο ανταγωνισμός με τους συναδέλφους είναι αδυσώπητος, ώστε βλέπει γύρω του απροσδιόριστους εχθρούς. Άλλωστε του απαγορεύεται να επικοινωνεί μαζί τους πέραν των εργασιακών θεμάτων. Ένα ηλεκτρονικό μάτι ακατάπαυστα τον παρακολουθεί. Πώς αλλιώς δε θα χαθούν οι πολύτιμες ώρες της εργασίας του;

Μάλλον η αναπόφευκτη ανάγκη των καιρών μας για τη δημιουργία θεσμών με παγκόσμιο χαρακτήρα δεν ευαγγελίζεται τον ερχομό καλύτερων συνθηκών ζωής για τη μεγάλη πλειοψηφία των ανθρώπων...


Τετάρτη 21 Ιουλίου 2010

Διελκυστίνδα

Από τη μία το απόλυτο καταλυτικό τίποτα,
το αίσθημα του ερεβώδους κενού,
το μάταιο των πραγμάτων.


Από την άλλη το ανεξερεύνητο ακόμα νόημα της ύπαρξης,
η πίστη ότι η γέννησή μας συνδέεται με έναν υψηλό προορισμό,
η αέναη αναζήτησή του.


Όλη μας η ζωή μια διελκυστίνδα ανάμεσα στο μηδέν και το άπειρο...



Τετάρτη 23 Ιουνίου 2010

Αγνώμονες

Από τη λήθη θολωμένα τα μυαλά
δειλών που ασκούν τρομοκρατία
ξεριζώνουν γλώσσες στερώντας τη λαλιά
με αγνωμοσύνη και αλαζονεία
οραματιστών που από αγνωσία ολίσθησαν.