Σάββατο, 17 Ιανουαρίου 2015

Ιδιοτροπίαι τέκνων παιδεύουσι γονέας

Συχνά, εμείς οι γονείς βρισκόμαστε αντιμέτωποι με καταστάσεις μέσα στο σπίτι και με αρνητικές συμπεριφορές των παιδιών μας τις οποίες νομίζουμε ότι δεν μπορούμε να διαχειριστούμε. Οι επιπλήξεις και η επιβολή ποινών σπάνια λειτουργούν. Οι υστερικές φωνές βλάπτουν την ψυχολογία των μικρών μας τυράννων. Τι κάνουμε λοιπόν; Ρίχνουμε όλο το φταίξιμο πάνω μας, πιστεύοντας ότι είμαστε κακοί γονείς και αφήνουμε αυτές τις καταστάσεις να διαιωνίζονται; Ή τρέχουμε στους ψυχολόγους, ζητώντας απεγνωσμένα βοήθεια από τους ειδικούς για – κατά τ’ άλλα – όχι και τόσο αφύσικες αντιδράσεις των παιδιών μας; Προσωπικά, έχοντας δοκιμάσει τα πάντα, για να αντιμετωπίσω τις ιδιοτροπίες της μικρής μου – και εννοώ τη συχνή γκρίνια και το κλάμα της –, αλλά και αναγνωρίζοντας τη μεγάλη μορφωτική αξία και τον ηθοπλαστικό χαρακτήρα του παραμυθιού, σκαρφίστηκα και της λέω την ιστορία που θα παραθέσω πιο κάτω. Σκέφτηκα να τη μοιραστώ, μια και η κακή συνήθεια να κλαίει η κόρη μου σπαραχτικά, όποτε κάτι δεν της πηγαίνει καλά, έχει ως διά μαγείας περιοριστεί και στο σπίτι είμαστε σχετικά πιο ήρεμοι τώρα. Κι αν πάλι επιστρέψει η ένταση, της θυμίζω το Γιαννάκη:
 
Ήταν μια φορά κι έναν καιρό ένα μικρό αγοράκι, που το έλεγαν Γιαννάκη. Ήταν τριών μόλις χρόνων, είχε μπουκλάκια στα μαλλιά που κάλυπταν τα δυο του αφτιά, μεγάλα μάτια και του άρεσαν πολύ οι πλαστελίνες. Έφτιαχνε μ’αυτές όλων των ειδών τα σχήματα, τετράγωνα, τρίγωνα και ρόμβους. Ήταν πολύ ζωηρό παιδάκι και αγαπούσε τη μαμά και τον μπαμπά, αλλά πολλές φορές μέσα στη μέρα έβαζε άδικα τα κλάματα και γκρίνιαζε χωρίς κάποιον πραγματικά σπουδαίο λόγο. 

Ήθελε, βλέπετε, να γίνεται πάντοτε το δικό του.  Όταν πήγαινε με τους γονείς του στο σούπερ μάρκετ για τα ψώνια της εβδομάδας, κλαψούριζε, γιατί ήθελε να του παίρνουν συνέχεια τις σοκολάτες που γυάλιζαν στα ράφια κι όταν ερχόταν η ώρα που έπρεπε να ξαπλώσει στο ζεστό κρεβάτι του και να κοιμηθεί, γκρίνιαζε, γιατί ήθελε να μείνει ακόμη λίγο ξύπνιος και να παίξει κι άλλο. Την ώρα του φαγητού αρνιόταν πεισματικά να φάει λαχανικά και όσπρια και, όταν τον πίεζαν έστω να τα δοκιμάσει, πλημμύριζαν καυτά δάκρυα τα μάτια του και χύνονταν στα μάγουλά του. Στην παιδική χαρά έκλαιγε δυνατά, άμα δεν είχε άδεια κούνια να κάτσει και κάθε φορά που πήγαινε στο σπίτι του Αποστόλη, που ήταν λίγο μεγαλύτερος και δεν ήθελε να μοιραστεί με κανέναν τα παιχνίδια του, άρχιζε πάλι τα κλάματα και έτρεχε στη μαμά του, αποζητώντας τη συμπόνια της.

Η μαμά του δεν ήξερε πια τι να κάνει! Τον λάτρευε το Γιαννάκη της και λυπόταν που τον έβλεπε σε αυτή την κατάσταση. Όμως είχε τώρα αγανακτήσει. Έτσι, αποφάσισε να σταματήσει να τον καλοπιάνει και να του κάνει τα χατίρια, στην προσπάθειά της να τον καθησυχάσει, όποτε εκείνος ξεσπούσε σε λυγμούς. Δεν άντεχε άλλο αυτή την απαράδεκτη και ανυπόφορη συμπεριφορά. Κι όταν μια μέρα το αγοράκι της άρχισε το γοερό κλάμα, γιατί δεν έβρισκε τον κόκκινο μαρκαδόρο του, η μητέρα του, αντί να αφήσει αμέσως τις δουλειές της και να ψάξει να τον βρει, για να του τον δώσει, όπως έκανε συνήθως, προσποιήθηκε ότι δεν άκουγε και συνέχισε αδιάφορη το πλύσιμο των πιάτων στο νεροχύτη.

Ο Γιαννάκης συνέχισε το κλάμα απαρηγόρητος, μέχρι που η μαμά του του είπε με έναν πολύ άγνωρο και παγωμένο τόνο στη φωνή της: «Αρκετά, Γιαννάκη!».

Εκείνος παραξενεύτηκε και σταμάτησε το κλάμα. Δεν είχε ξαναδεί τη μαμά του να αντιδρά έτσι... Κατσούφιασε και κατέβασε το απορημένο βλέμμα του στο πάτωμα και – να σου! – ξαφνικά εκεί είδε τον πεσμένο μαρκαδόρο και τον σήκωσε με χαρά και καμάρι! Ούτε που θυμόταν πια για ποιο λόγο έκλαιγε μόλις πριν από λίγο.

Το σκηνικό επαναλήφθηκε πολλές φορές. Ο Γιαννάκης τσίριζε για το έναν ή τον άλλον λόγο, όταν δεν μπορούσε να καταφέρει κάτι, άμα θύμωνε με κάτι άλλο ή όποτε δεν τον πρόσεχαν αρκετά, αλλά η μητέρα του έδειχνε να μην ταράζεται. Άλλοτε έφευγε από το δωμάτιο και τον άφηνε μόνο του εκεί να γκρινιάζει, άλλοτε έμενε απορροφημένη στην ανάγνωση μιας συνταγής που είχε βρει στο διαδίκτυο και άλλοτε συνέχιζε ανενόχλητη τις αγορές της στα καταστήματα.  

Αλλά δεν ήταν μόνο η συμπεριφορά της μητέρας του απέναντί του που είχε αλλάξει. Σιγά σιγά κανένας από τους φίλους του στην παιδική χαρά δεν ήθελε να παίξει μαζί του και όλοι τον είχαν κάνει πέρα. Κι ο Αποστόλης, όποτε ο Γιαννάκης πήγαινε στο σπίτι του, κλεινόταν στο δωμάτιό του και δεν του άνοιγε την πόρτα!

Ο Γιαννάκης τα είδε και τα σκέφτηκε όλα αυτά. Δεν ήθελε να τον αγνοούν οι γονείς του ούτε να τον  απορρίπτουν οι φίλοι του. Είχε μείνει μόνος του, αυτός και η γκρίνια του! Ένοιωθε ότι κανείς δεν τον αγαπούσε. Ότι κανείς δεν τον ήθελε. Και αποφάσισε να αλλάξει!

Ήταν η μεγαλύτερη απόφαση της μέχρι τότε ζωής του. Άλλαξε εκείνος και άλλαξαν όλα. Σταμάτησε το κλάμα και την γκρίνια και τώρα τού αγόραζαν σχεδόν ό,τι ήθελε. Τις περισσότερες φορές τού παραχωρούσαν την κούνια τους τα παιδιά, όταν τον έβλεπαν να έρχεται, και πάντα τον άφηναν να παίζει μαζί τους. Μέχρι κι ο Αποστόλης άρχισε να μοιράζεται μαζί του όλα του τα παιχνίδια και να του χαρίζει μάλιστα και ζωγραφιές που είχε φτιάξει ειδικά για εκείνον. 

Ο Γιαννάκης ήταν ευτυχισμένος ξανά. Είχε την αγάπη, την προσοχή και την αποδοχή όλων! Η κάθε του μέρα τώρα ήταν πιο φωτεινή, γεμάτη παιχνίδι και ξεγνοιασιά.

Η γκρίνια, λοιπόν, μας κάνει αποκρουστικούς, αφού τούς διώχνει όλους μακριά μας. Το κλάμα δε μας βοηθά να κερδίσουμε αυτό που θέλουμε. Η ιδιότροπη συμπεριφορά δεν είναι καθόλου καλή σύμβουλος. Με σωστή συμπεριφορά, όμως, και ευγενικούς τρόπους όλα τα καταφέρνουμε. 

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου