Παρασκευή, 15 Νοεμβρίου 2013

Κατά τον δαίμονα εαυτού

Το να ζεις και να πράττεις, 
όπως υπαγορεύει η συνείδησή σου, 
αγνοώντας τις ρευστές κοινωνικές νόρμες, 
είναι στάση ζωής.
Αυθεντικότητα και όχι υποκρισία.
Ελευθερία, όχι αναρχία.

- Λες και καταφέρνει ποτέ το «εγώ»
να αποδεσμευτεί πλήρως από τις επιταγές του «εμείς»! -   

Ο μόνος δαίμων, 
ό,τι καθορίζει τελικά τη δική σου μοίρα, 
είναι ο ίδιος ο εαυτός σου.
Που ποτέ δε σε επιβουλεύεται.

Δευτέρα, 21 Οκτωβρίου 2013

Σοφία δυο Μαΐων


Σ' αγαπάω, κορούλα μου...
Γιατί μ' έκανες να δω,
κουνώντας τα χεράκια πάνω κάτω,
πόση αξία κρύβεται
σ' ένα τόσο δα μικρό λουλουδάκι.
Και σε μια λεξούλα ακόμη πιο μικρή
- "μαμά",
που τη λες τόσο γλυκά!
Και δεν είσαι ακόμη ούτε δυο χρονών...

Παρασκευή, 27 Σεπτεμβρίου 2013

Το παρεξηγημένο ρεμπέτικο

Εντύπωση προκαλεί το γεγονός ότι το τόσο παραγνωρισμένο ρεμπέτικο τραγούδι, που πρωτοεμφανίστηκε στα τέλη του 19ου αιώνα στα παράλια της Μικράς Ασίας και άκμασε τους χρόνους 1930-1955 στα λιμάνια των ελληνικών πόλεων, όπου ενδημούσε η εργατική τάξη, με τη συμβολή της μουσικής κουλτούρας των ξεριζωμένων προσφύγων, εξακολουθεί ακόμα και σήμερα να τέρπει και να αποκτά θιασώτες εκ των οποίων πολλοί είναι στην ηλικία νέοι.

Παρόλο που η αισθητική του αξία έχει συχνά αμφισβητηθεί, κυρίως γιατί αντλεί ένα μέρος της θεματικής του από τον τρόπο ζωής των παρανόμων της εποχής που το δημιούργησε, στους κύκλους των οποίων μάλιστα τύχαινε να ανήκουν και πολλοί από τους επώνυμους δημιουργούς, από φιλολογική και ιστορική άποψη είναι ένα σπουδαίο αντικείμενο μελέτης. Κι αυτό όχι μόνο γιατί αποτελεί τη φυσική εξέλιξη και συνέχεια του ανεκτίμητου σε πολιτισμική αξία δημοτικού τραγουδιού, αλλά κυρίως διότι εκφράζει τις λαϊκές λαχτάρες, τη συλλογική λαϊκή ψυχή της περιόδου του Μεσοπολέμου και του εθνικοαπελευθερωτικού αγώνα και συνιστά ένα ανόθευτο λαϊκό δημιούργημα.

Με δυο λόγια, το ρεμπέτικο τραγούδι είναι η φωνή του λαού που επαναστατεί, που αρνείται, που καταγγέλλει. Ρεμπέτης, άλλωστε, είναι ο ρέμπελος, όχι ο νωθρός και ακαμάτης που έφτασε να σημαίνει ο όρος, αλλά ο επαναστάτης. Η οικονομική κρίση, η εξαθλίωση, η φτώχεια, η κοινωνική αδικία, ο αγώνας για αποτίναξη του φασισμού, όλα εν γένει τα κοινωνικά φαινόμενα που αποτυπώνονται στους ρεμπέτικους στίχους ξαναζωντανεύουν σήμερα. Πώς, λοιπόν, να μη θεωρήσουμε το ρεμπέτικο τραγούδι πιο επίκαιρο τώρα από ποτέ;

Κυριακή, 15 Σεπτεμβρίου 2013

Αναγγελία θανάτου αγαπημένου προσώπου

Τι φυσικότερο απ’ αυτό
ν’ ακούν τ’ αφτιά κι ο λογισμός
μα η ταραχή το μόνο απτό
και τ’ όχι αντιπερισπασμός.

Κι αίφνης σκοτάδι ζοφερό
και πάλι φύσης χαλασμός
με αστραπόβροντα σωρό
μες στην αλήθεια ρίχνουν φως.

Στην τρικυμία την φρικτή
αναθυμιέται ο ναυαγός
την θάλασσα τη γαληνή
σαν σ’ ύπνο νεοφερμένος γιος.

Η ευτυχία τον θνητό
ναρκώνει μ’ έξαλλο χορό.
Μ’ αχλύ σκεπάζει τον σκοπό
Ατρόπου μοίρας φθονερό.

Κυριακή, 1 Σεπτεμβρίου 2013

Αντίο

Στο τουράκι του κήπου της Εδέμ που σημάδεψες να κάτσεις 
μέθα απο την ομορφιά και το καλό κρασί 
πείραζε τις Αγίες και κάνε καλαμπούρι. 
Μα μην ξεχνάς, πατέρα λατρεμένε, 
τους σπόρους που φυτρώσανε απ' τα χέρια σου, 
γι' αυτούς που τώρα βλέπεις πένθιμους και λυπημένους 
να τραγουδάς μια συμβουλή και να τους ενθαρρύνεις. 
Γιατί από σένα πήρανε ζωή και μάθανε 
να μην τηνε φοβούνται και να την προκαλούν. 
Αλλ' απόστασες κι έφυγες νωρίς 
προτού προκάνουν ωραίοι όπως εσύ καλά καλά να γίνουν.

Τρίτη, 23 Απριλίου 2013

Τραγουδάκι για πρόσκληση γαμοβάφτισης

Η αυλαία της ζωής μας άνοιξε οριστικά
σας καλούμε την ημέρα που ’χουμε διπλή χαρά.
Ο μπαμπάς θα περιμένει να του φέρω τη μαμά
ανθοδέσμη να της δώσει και μεγάλη αγκαλιά.
Κι άμα στέφανα περάσουν και χορέψουν το χορό
τότε θα 'ρθει η σειρά μου, για να κάνω πανικό.
Το νονό μου θα κουράσω που ’ναι και καλό παιδί
λάδι μπόλικο θ’ αλείψει το δικό μου το κορμί.
Σα νυφούλα θα με ντύσουν με στολίδια και χρυσά
την παράσταση θα κλέψω και θα κλαίει η γιαγιά.
Τ' όνομά μου δε σας λέω, το κρατάω μυστικό,
για να μείνετε να δείτε πώς βουτάω στο νερό.

Πέμπτη, 7 Μαρτίου 2013

Φιλαναγνωσία

Να τ’ αγαπάς το βιβλίο.

Κλείνε τα μάτια και ρούφα το ωραίο του άρωμα 
Και αναμετρώντας τις σελίδες του άκουγέ το
Γιατί μυρίζει και ακούγεται σα μουσική.
- Ψηλάφησε μια άλλη των πραγμάτων οπτική! 

Δες πώς στήνουν χορό πάνω στις λέξεις οι ιδέες 
Και δέξου τη φωνή του μεγάλου ανθρώπου που μιλά
Γιατί από κείνον θα πλουτίσεις γνώσεις κι εμπειρίες. 
- Χαλύβδωσε τη δύναμη μιας εκφρασμένης γνώμης! 

Υπερακόντισε τη μοναξιά και κάνε νέους φίλους
Έλα στη θέση των άλλων και πάθε – γέλα και κλάψε
Ζήσε δίχως έγνοιες για λίγο στον παράδεισο. 
- Πόσο τους μοιάζεις και πόσο διαφορετικός συνάμα είσαι! 

Να τ' αγαπάς το βιβλίο.

Γιατί μαζί του παρατείνεις τη ζωή σου
Ζώντας παράλληλες ζωές – όσες θες
Χωρίς κινδύνους υπαρκτούς και ρίσκα.
- Ταξιδεύοντας με του χρόνου και του κόσμου μηχανές! 

Να το τιμάς το βιβλίο.

Όπως τιμάς κάθε κομμάτι του εαυτού σου
Που μεστώνει και που πλάθεται
Σε φαντασία και ήθος. 
- Ελληνικό και πανανθρώπινο!

Τετάρτη, 30 Ιανουαρίου 2013

Οι πενήντα αποχρώσεις του προβληματικού

Στη ζωή μου είναι πολλές οι φορές που το υποσυνείδητό μου, όπως το υποσυνείδητο της Αναστάζια Στιλ στο περιώνυμο πια βιβλίο, προσπαθεί να με συνετίσει, κουνώντας ηθικολογικά το δάχτυλο. Συχνά πυκνά μάλιστα κραυγάζει: «Δεν υπάρχει μόνο το άσπρο και το μαύρο, υπάρχει και το γκρι». Πράγματι, οι άνθρωποι, τα πράγματα, οι καταστάσεις δεν είναι πάντοτε ή έτσι ή αλλιώς. Υπάρχουν διαβαθμίσεις και όποιος συνηθίζει να βάζει ετικέτες, απλώς βλάπτει σοβαρά τον εαυτό του με την πνευματική του στενότητα. Στην περίπτωση, όμως, του εν λόγω πονήματος, που κατέληξε για ανεξιχνίαστους λόγους, που θα προσπαθήσουμε να διαλευκάνουμε παρακάτω, να αποτελέσει ένα απαράμιλλο εκδοτικό φαινόμενο, δεν υπάρχει το άσπρο. Δεν υπάρχει καν το γκρι. Υπάρχει μόνο το μαύρο της κενότητας, της ασημαντότητας και της διαιώνισης μιας αδιέξοδης κατάστασης που εγκαινιάστηκε στα γράμματα τις τελευταίες δεκαετίες.

Μόνο όταν οι γλυκανάλατες θεωρίες συνωμοσίας του κοελιανού σύμπαντος αποκαλύφτηκαν, οι χριστιανοί επανέκτησαν την πίστη που τους κλόνισε ο Νταν Μπράουν και η Σπιναλόγκα εκκενώθηκε από τα τηλεοπτικά συνεργεία, η E.L. James αποφάσισε να διασκορπίσει ακατάστατα στην παλέτα της λίγο άσπρο, λίγο μαύρο και να φτιάξει τις πενήντα αποχρώσεις του γκρι. Το βιβλίο, που διάβασε πλήθος κόσμου μάλλον από περιέργεια, συζητήθηκε ευρέως και προτάθηκε στις αδιακόρευτες και τις νοικοκυρές ως καινοτόμο και απολαυστικό ανάγνωσμα. Επιπλέον, εκθειάστηκε από το γυναικείο κυρίως κοινό ως όργανο σεξουαλικής απελευθέρωσης. Κι ενώ στηλιτεύτηκε από άλλους ως κακογραμμένο, παρόλ’ αυτά αναμένεται να σπάσει και κάθε ρεκόρ εισιτηρίων από τη συρροή κινηματογραφόφιλων στις αίθουσες, όταν η πολυαναμενόμενη μεταφορά του στη μεγάλη οθόνη ολοκληρωθεί.
 
Ωστόσο, το βιβλίο είναι αναντίρρητα προβληματικό. Δε διακρίνεται από λογοτεχνικότητα, δε συγκινεί, δεν τέρπει αισθητικά, δεν προβληματίζει. Μοιάζει με σελίδες ημερολογίου ονειροπαρμένης έφηβης. Ιδιαιτερότητα στο ύφος δεν υπάρχει. Η γλώσσα είναι φτωχή. Το λεξιλόγιο περιορισμένο. Οι διάλογοι βραχυλογικοί. Η ψυχογράφηση των κάθε άλλο παρά ρεαλιστικών ή πειστικών ηρώων ρηχή. Η πλοκή παιδαριώδης. Οι περιγραφές ανεπιτήδευτες. Οι αφηγήσεις παραπέμπουν σε δημοσιογραφικές περιλήψεις που συναντά κανείς σε εφημερίδες. Τίποτε δεν αισθητοποιείται. Ως ανάγνωσμα είναι ανιαρό. Δεν είναι συναρπαστικό. Δεν είναι εθιστικό. Δεν είναι σοκαριστικό. Τότε γιατί πουλάει;

Ένας λόγος είναι ότι πουλάει γιατί είναι πορνογράφημα χωρίς αγοραίο εξώφυλλο και με δυσερμήνευτο τίτλο που δεν προδίδει το περιεχόμενο. Έτσι, μεταφέρεται και διαβάζεται παντού ανερυθρίαστα. Έτσι, απενοχοποιεί τις κοπέλες που μέχρι πρότινος ακκίζονταν ότι δεν μπορούν να βλέπουν τολμηρά, ερωτικά θεάματα και δεν παραδέχονταν ότι έχουν ανομολόγητες φαντασιώσεις ούτε στους συντρόφους τους ούτε στις φιλενάδες τους. Πολλές φορές ούτε στους εαυτούς τους. Μήπως, λοιπόν, το απαύγασμα της στάσης που διαμόρφωσε το βιβλίο σηματοδοτεί ότι ήγγικεν επιτέλους η ώρα να γρονθοκοπήσουμε το κοινωνικό κατεστημένο που ήθελε και θέλει τη γυναίκα ταπεινή και συνεσταλμένη σε ό,τι αφορά τη χυδαία αναπαράσταση της ερωτικής συμπεριφοράς;

Νομίζω ότι δεν πρόκειται για γροθιά στο κατεστημένο, αλλά για ραπισματάκι σε σεμνότυφα ποπουδάκια, όπως τα ραπισματάκια του Κρίστιαν Γκρέι προς την Αναστάζια Στιλ, αφού απλά διεγείρει βαθιά καταχωνιασμένα σεξουαλικά ένστικτα πουριτανών, δίνει διέξοδο σε ορμές ψυχαναγκαστικά αποκηρυγμένες από τον καθωσπρεπισμό, την ίδια στιγμή που υποθάλπει σεξιστικά στερεότυπα για τον παραδοσιακό ρόλο των δύο φύλων: ο άντρας – Κυρίαρχος  και η γυναίκα – Υποτακτική.
 
Άρα, αν κάποιος υποστήριζε ότι το βιβλίο είναι πρωτοποριακό, ανατρεπτικό, επαναστατικό, αναμφίβολα θα έσφαλλε. Ούτε το στοιχείο του σαδομαζοχισμού, εκείνο που η συγγραφέας επέλεξε να συμπεριλάβει για να κάνει το έργο της πιο «πικάντικο», αντλώντας τις σχετικές πληροφορίες μάλλον από το διαδίκτυο, είναι νεοτεριστικό και αυτό θα μπορούσε να το επιβεβαιώσει τόσο η Ζυστίν και η Ζυλιέτ όσο και όσοι ακολούθησαν το δρόμο του Ντε Σαντ.
 
Ας επιστρέψουμε, όμως, στο ερώτημά μας. Υπάρχει άραγε κάποιος άλλος λόγος που έκανε το βιβλίο διάσημο; Αν υποθέσουμε, για παράδειγμα, ότι με δεδομένη την πανάρχαια αγάπη του ανθρώπου για τα πάσης φύσεως μυθεύματα μια κεντρομόλος δύναμη κάνει το βιβλίο να κινείται στον κόσμο του παραμυθιού, θα μπορούσαμε να εντοπίσουμε γιατί έχει προκαλέσει τέτοιο ενδιαφέρον παγκοσμίως;

Μπορεί, πράγματι, κάποιος να διακρίνει σε αυτό μια διάσταση παραμυθιού. Πώς λέγανε εκείνο το παραμύθι με τη φτωχή κοπέλα που έχασε το γοβάκι της, αλλά βρήκε τον έρωτα και την ασφάλεια στην αγκαλιά ενός όμορφου βασιλόπουλου; Η αλήθεια είναι ότι οι «Πενήντα αποχρώσεις του γκρι» (ή του ροζ, δεν έχει σημασία) θυμίζουν αυτό το παραμύθι, αποτελούν μια σύγχρονη εκδοχή του. Η ανασφαλής, συμπλεγματική σύγχρονη αναγνώστρια που παρά την παγκόσμια οικονομική κρίση ονειρεύεται ακόμα ζάμπλουτους πρίγκιπες – επιχειρηματίες και άσπρα άλογα – ελικόπτερα ταυτίζεται με την αδέξια, άπειρη, περιορισμένης αυτοεκτίμησης και ευθύνης ηρωίδα και αντιλαμβάνεται ότι υπερέχει έναντι αυτής. Με αυτόν τον τρόπο τονώνεται το αυτοσυναίσθημα της αναγνώστριας που εικάζει ότι, αφού τα κατάφερε η Αναστάζια, θα τα καταφέρει κι αυτή να αποκτήσει έναν αρρενωπό, πεντάμορφο και «προικισμένο» σύντροφο, που θα κατορθώσει να της επιδαψιλεύσει μια όλβια ζωή γεμάτη υλικά αγαθά, προβαίνοντας παράλληλα σε αγαθοεργίες προς τους αναξιοπαθούντες, παρά τις παράξενες ορέξεις του και το μυστηριώδες του χαρακτήρα του, που οφείλεται σε παιδικά τραύματα και που τον κάνει στα μάτια της ακόμα πιο αγαπησιάρη.

Με αυτά και με αυτά, οι πενήντα αποχρώσεις αυτού του προβληματικού βιβλίου μετατρέπονται σε πενήντα αποχρώσεις ενός προβληματισμού για την τροπή που έχουν πάρει τα πράγματα στην τέχνη. Ο προβληματισμός αυτός θα μπορούσε να διατυπωθεί με πενήντα διαφορετικούς τρόπους, συμπυκνώνεται, όμως, στα ακόλουθα:  

- Υποτάσσεται η λογοτεχνία στις περιορισμένες απαιτήσεις του αναγνωστικού κοινού ή το αναγνωστικό κοινό υποτάσσεται στην υποκουλτούρα που παράγεται και προωθείται μαζικά;


- Γιατί αξιόλογα έργα μένουν στην αφάνεια και τα «σκουπίδια» καταναλώνονται σαν τρελά;


- Γιατί ο κόσμος είναι καχύποτος απέναντι στα ευτελή και σκάρτα υλικά προϊόντα, αλλά όχι απέναντι στα πολιτιστικά;


- Επεκτείνεται αυτό το φαινόμενο και σε άλλα πολιτιστικά αγαθά ή περιορίζεται μόνο στη λογοτεχνία;


- Για χάρη ποιας μελλοντικής «προόδου» του ανθρώπινου πολιτισμού θυσιάζονται στο Μολώχ του κέρδους οι διανοητικές μας δυνάμεις; 

Εν τέλει, μια λογοτεχνία που κολακεύει τα κατώτερα πάθη και δε μεταρσιώνει το ανθρώπινο πνεύμα είναι παραλογοτεχνία. Ένας άνθρωπος που δεν αποδύεται στο κυνήγι νέων λέξεων, άρα και σκέψεων, αλλά επαναπαύεται στα λιγοστά πνευματικά εφόδια που διαθέτει και δελεάζεται από όσα μόνο άκοπα μπορεί να κατανοήσει είναι υπάνθρωπος.