Τετάρτη, 30 Ιανουαρίου 2013

Οι πενήντα αποχρώσεις του προβληματικού

Στη ζωή μου είναι πολλές οι φορές που το υποσυνείδητό μου, όπως το υποσυνείδητο της Αναστάζια Στιλ στο περιώνυμο πια βιβλίο, προσπαθεί να με συνετίσει, κουνώντας ηθικολογικά το δάχτυλο. Συχνά πυκνά μάλιστα κραυγάζει: «Δεν υπάρχει μόνο το άσπρο και το μαύρο, υπάρχει και το γκρι». Πράγματι, οι άνθρωποι, τα πράγματα, οι καταστάσεις δεν είναι πάντοτε ή έτσι ή αλλιώς. Υπάρχουν διαβαθμίσεις και όποιος συνηθίζει να βάζει ετικέτες, απλώς βλάπτει σοβαρά τον εαυτό του με την πνευματική του στενότητα. Στην περίπτωση, όμως, του εν λόγω πονήματος, που κατέληξε για ανεξιχνίαστους λόγους, που θα προσπαθήσουμε να διαλευκάνουμε παρακάτω, να αποτελέσει ένα απαράμιλλο εκδοτικό φαινόμενο, δεν υπάρχει το άσπρο. Δεν υπάρχει καν το γκρι. Υπάρχει μόνο το μαύρο της κενότητας, της ασημαντότητας και της διαιώνισης μιας αδιέξοδης κατάστασης που εγκαινιάστηκε στα γράμματα τις τελευταίες δεκαετίες.

Μόνο όταν οι γλυκανάλατες θεωρίες συνωμοσίας του κοελιανού σύμπαντος αποκαλύφτηκαν, οι χριστιανοί επανέκτησαν την πίστη που τους κλόνισε ο Νταν Μπράουν και η Σπιναλόγκα εκκενώθηκε από τα τηλεοπτικά συνεργεία, η E.L. James αποφάσισε να διασκορπίσει ακατάστατα στην παλέτα της λίγο άσπρο, λίγο μαύρο και να φτιάξει τις πενήντα αποχρώσεις του γκρι. Το βιβλίο, που διάβασε πλήθος κόσμου μάλλον από περιέργεια, συζητήθηκε ευρέως και προτάθηκε στις αδιακόρευτες και τις νοικοκυρές ως καινοτόμο και απολαυστικό ανάγνωσμα. Επιπλέον, εκθειάστηκε από το γυναικείο κυρίως κοινό ως όργανο σεξουαλικής απελευθέρωσης. Κι ενώ στηλιτεύτηκε από άλλους ως κακογραμμένο, παρόλ’ αυτά αναμένεται να σπάσει και κάθε ρεκόρ εισιτηρίων από τη συρροή κινηματογραφόφιλων στις αίθουσες, όταν η πολυαναμενόμενη μεταφορά του στη μεγάλη οθόνη ολοκληρωθεί.
 
Ωστόσο, το βιβλίο είναι αναντίρρητα προβληματικό. Δε διακρίνεται από λογοτεχνικότητα, δε συγκινεί, δεν τέρπει αισθητικά, δεν προβληματίζει. Μοιάζει με σελίδες ημερολογίου ονειροπαρμένης έφηβης. Ιδιαιτερότητα στο ύφος δεν υπάρχει. Η γλώσσα είναι φτωχή. Το λεξιλόγιο περιορισμένο. Οι διάλογοι βραχυλογικοί. Η ψυχογράφηση των κάθε άλλο παρά ρεαλιστικών ή πειστικών ηρώων ρηχή. Η πλοκή παιδαριώδης. Οι περιγραφές ανεπιτήδευτες. Οι αφηγήσεις παραπέμπουν σε δημοσιογραφικές περιλήψεις που συναντά κανείς σε εφημερίδες. Τίποτε δεν αισθητοποιείται. Ως ανάγνωσμα είναι ανιαρό. Δεν είναι συναρπαστικό. Δεν είναι εθιστικό. Δεν είναι σοκαριστικό. Τότε γιατί πουλάει;

Ένας λόγος είναι ότι πουλάει γιατί είναι πορνογράφημα χωρίς αγοραίο εξώφυλλο και με δυσερμήνευτο τίτλο που δεν προδίδει το περιεχόμενο. Έτσι, μεταφέρεται και διαβάζεται παντού ανερυθρίαστα. Έτσι, απενοχοποιεί τις κοπέλες που μέχρι πρότινος ακκίζονταν ότι δεν μπορούν να βλέπουν τολμηρά, ερωτικά θεάματα και δεν παραδέχονταν ότι έχουν ανομολόγητες φαντασιώσεις ούτε στους συντρόφους τους ούτε στις φιλενάδες τους. Πολλές φορές ούτε στους εαυτούς τους. Μήπως, λοιπόν, το απαύγασμα της στάσης που διαμόρφωσε το βιβλίο σηματοδοτεί ότι ήγγικεν επιτέλους η ώρα να γρονθοκοπήσουμε το κοινωνικό κατεστημένο που ήθελε και θέλει τη γυναίκα ταπεινή και συνεσταλμένη σε ό,τι αφορά τη χυδαία αναπαράσταση της ερωτικής συμπεριφοράς;

Νομίζω ότι δεν πρόκειται για γροθιά στο κατεστημένο, αλλά για ραπισματάκι σε σεμνότυφα ποπουδάκια, όπως τα ραπισματάκια του Κρίστιαν Γκρέι προς την Αναστάζια Στιλ, αφού απλά διεγείρει βαθιά καταχωνιασμένα σεξουαλικά ένστικτα πουριτανών, δίνει διέξοδο σε ορμές ψυχαναγκαστικά αποκηρυγμένες από τον καθωσπρεπισμό, την ίδια στιγμή που υποθάλπει σεξιστικά στερεότυπα για τον παραδοσιακό ρόλο των δύο φύλων: ο άντρας – Κυρίαρχος  και η γυναίκα – Υποτακτική.
 
Άρα, αν κάποιος υποστήριζε ότι το βιβλίο είναι πρωτοποριακό, ανατρεπτικό, επαναστατικό, αναμφίβολα θα έσφαλλε. Ούτε το στοιχείο του σαδομαζοχισμού, εκείνο που η συγγραφέας επέλεξε να συμπεριλάβει για να κάνει το έργο της πιο «πικάντικο», αντλώντας τις σχετικές πληροφορίες μάλλον από το διαδίκτυο, είναι νεοτεριστικό και αυτό θα μπορούσε να το επιβεβαιώσει τόσο η Ζυστίν και η Ζυλιέτ όσο και όσοι ακολούθησαν το δρόμο του Ντε Σαντ.
 
Ας επιστρέψουμε, όμως, στο ερώτημά μας. Υπάρχει άραγε κάποιος άλλος λόγος που έκανε το βιβλίο διάσημο; Αν υποθέσουμε, για παράδειγμα, ότι με δεδομένη την πανάρχαια αγάπη του ανθρώπου για τα πάσης φύσεως μυθεύματα μια κεντρομόλος δύναμη κάνει το βιβλίο να κινείται στον κόσμο του παραμυθιού, θα μπορούσαμε να εντοπίσουμε γιατί έχει προκαλέσει τέτοιο ενδιαφέρον παγκοσμίως;

Μπορεί, πράγματι, κάποιος να διακρίνει σε αυτό μια διάσταση παραμυθιού. Πώς λέγανε εκείνο το παραμύθι με τη φτωχή κοπέλα που έχασε το γοβάκι της, αλλά βρήκε τον έρωτα και την ασφάλεια στην αγκαλιά ενός όμορφου βασιλόπουλου; Η αλήθεια είναι ότι οι «Πενήντα αποχρώσεις του γκρι» (ή του ροζ, δεν έχει σημασία) θυμίζουν αυτό το παραμύθι, αποτελούν μια σύγχρονη εκδοχή του. Η ανασφαλής, συμπλεγματική σύγχρονη αναγνώστρια που παρά την παγκόσμια οικονομική κρίση ονειρεύεται ακόμα ζάμπλουτους πρίγκιπες – επιχειρηματίες και άσπρα άλογα – ελικόπτερα ταυτίζεται με την αδέξια, άπειρη, περιορισμένης αυτοεκτίμησης και ευθύνης ηρωίδα και αντιλαμβάνεται ότι υπερέχει έναντι αυτής. Με αυτόν τον τρόπο τονώνεται το αυτοσυναίσθημα της αναγνώστριας που εικάζει ότι, αφού τα κατάφερε η Αναστάζια, θα τα καταφέρει κι αυτή να αποκτήσει έναν αρρενωπό, πεντάμορφο και «προικισμένο» σύντροφο, που θα κατορθώσει να της επιδαψιλεύσει μια όλβια ζωή γεμάτη υλικά αγαθά, προβαίνοντας παράλληλα σε αγαθοεργίες προς τους αναξιοπαθούντες, παρά τις παράξενες ορέξεις του και το μυστηριώδες του χαρακτήρα του, που οφείλεται σε παιδικά τραύματα και που τον κάνει στα μάτια της ακόμα πιο αγαπησιάρη.

Με αυτά και με αυτά, οι πενήντα αποχρώσεις αυτού του προβληματικού βιβλίου μετατρέπονται σε πενήντα αποχρώσεις ενός προβληματισμού για την τροπή που έχουν πάρει τα πράγματα στην τέχνη. Ο προβληματισμός αυτός θα μπορούσε να διατυπωθεί με πενήντα διαφορετικούς τρόπους, συμπυκνώνεται, όμως, στα ακόλουθα:  

- Υποτάσσεται η λογοτεχνία στις περιορισμένες απαιτήσεις του αναγνωστικού κοινού ή το αναγνωστικό κοινό υποτάσσεται στην υποκουλτούρα που παράγεται και προωθείται μαζικά;


- Γιατί αξιόλογα έργα μένουν στην αφάνεια και τα «σκουπίδια» καταναλώνονται σαν τρελά;


- Γιατί ο κόσμος είναι καχύποτος απέναντι στα ευτελή και σκάρτα υλικά προϊόντα, αλλά όχι απέναντι στα πολιτιστικά;


- Επεκτείνεται αυτό το φαινόμενο και σε άλλα πολιτιστικά αγαθά ή περιορίζεται μόνο στη λογοτεχνία;


- Για χάρη ποιας μελλοντικής «προόδου» του ανθρώπινου πολιτισμού θυσιάζονται στο Μολώχ του κέρδους οι διανοητικές μας δυνάμεις; 

Εν τέλει, μια λογοτεχνία που κολακεύει τα κατώτερα πάθη και δε μεταρσιώνει το ανθρώπινο πνεύμα είναι παραλογοτεχνία. Ένας άνθρωπος που δεν αποδύεται στο κυνήγι νέων λέξεων, άρα και σκέψεων, αλλά επαναπαύεται στα λιγοστά πνευματικά εφόδια που διαθέτει και δελεάζεται από όσα μόνο άκοπα μπορεί να κατανοήσει είναι υπάνθρωπος. 



Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου