Σάββατο, 31 Ιανουαρίου 2015

Λαός "δημολάκων"

Κυλούσε αργά αργά και βασανιστικά ο καιρός της κρίσης, της λιτότητας, της στέρησης του αέρα και του «χαμόγελου από τα χείλη» και μου έκανε εντύπωση που ο πηγαία απείθαρχος Έλληνας έμενε όλο αυτό το διάστημα με σκυμμένο κυρίως το κεφάλι να περιμένει «τους βαρβάρους σαν έλθουν να νομοθετήσουν». Ώσπου ήρθε – όχι βέβαια πάλι η τριανδρία των βαρβάρων, αλλά – το βράδυ της 25ης Ιανουαρίου, για να καταλάβουμε όλοι ότι είχαμε βρει τρόπο να σηκωθούμε και να ξεσηκώσουμε.
 
Τον ψήφισαν τον Αλέξη. Άλλοι με σιγουριά, άλλοι με δυσπιστία και δισταγμό, άλλοι με αγανάκτηση, άλλοι με φόβο και πάθος, άλλοι με ελπίδα. Τι κι αν η ομιλία του στα Προπύλαια το ίδιο βράδυ μάς πήγε πίσω σε παλιές – αλλά καθόλου ξεχασμένες – εποχές εξόφθαλμου λαϊκισμού, δημαγωγίας και καταλυτικής πόρωσης στη χώρα. Τι κι αν συνειρμικά μάς θύμισε τον ταλαντούχο Dr. Zivago και μας έκανε για μια στιγμή να γυρίσουμε και να πούμε στα νήπια παιδιά μας «συγγνώμη, αλλά δεν μπορούσα να κάνω αλλιώς..., «συγγνώμη, ξέρω, γιατί κι εγώ πλήρωσα τα λάθη της μαμάς και του μπαμπά μου».  Τι κι αν πέρασαν από το μυαλό μας όλα αυτά άθελά μας, δε νομίζω ότι υπήρξε άνθρωπος πατριώτης που, βλέποντας ξαφνικά τι είχε συμβεί, να μην αναθάρρησε. Και εν μία νυκτί άλλαξαν όλα. 

Με συζήτηση και ψύχραιμη σκέψη καταλάβαμε ότι δε θα ζούσαμε πάλι το ’81 - «μου ξανάρχονται ένα ένα χρόνια δοξασμένα». Ότι δε θα γινόμασταν πάλι ένα «Κηφηνείον, Η Ωραία Ελλάς», όπως το εννοούσε ο Καργάκος. Δε μας παίρνει πια – και ευτυχώς – να γίνουμε έτσι. Άλλωστε ο ΣΥΡΙΖΑ δεν είναι ΠΑΣΟΚ. Αφού, λοιπόν, το καταλάβαμε αυτό, κάτσαμε στις σέζλονγκ μας να το απολαύσουμε το αεράκι της ελευθερίας, της δημοκρατίας και της αντίστασης που φύσηξε αμέσως. 

Σίγουρα κάτσαμε όλοι; Ή μήπως αυτός ο λαός, για τον οποίο για μια στιγμή νοιώσαμε περηφάνια, άρχισε πάλι να «τρώγεται», αποδεικνύοντας περίτρανα ότι ναι, είναι λαός «δημολάκων»;... 

... Είναι ολοφάνερο. Ανήκεις σε ένα λαό «δημολάκων». Η περιπέτειά σου μπορεί να γίνει παραβολή. Η παραβολή «του πηγαδιού». Άφησέ με να στη διηγηθώ:

Είσαι επί πολύ καιρό σ’ ένα πηγάδι, βαθύ, υγρό και θεοσκότεινο μαζί και μ’ άλλους. Πέσατε, σας ρίξανε, δεν έχει σημασία. Κι είναι ανάμεσά σας κάποιοι που τους άφησες ν’ αποφασίζουν και να φροντίσουν πώς θα βγείτε απάνω. Αλλά οι αρχηγοί σου δεν κάνουν και μεγάλα πράγματα να βγείτε από κει μέσα. Πάνε μόνο και παζαρεύουνε την επιβίωσή σου για λίγο ακόμη, τα συμφωνούν με τα κεφάλια που προβάλλουν κάθε τόσο στο ξέφωτο του πηγαδιού. Από αυτό το ξέφωτο, το δαχτυλίδι του πηγαδιού, βλέπεις κομματάκι ουρανό. Σου λένε «όπου να ’ναι βγαίνουμε», πλάθουν ιστορίες επιτυχίας του σχεδίου, αλλά εσύ βλέπεις μόνο ψίχουλα να πέφτουν. Για κάθε ψίχουλο που σου πετούν για να επιβιώσεις σου κόβουν κι από ένα δάχτυλο. Κι εσύ κάποια στιγμή βαριέσαι τούτα τα εγκλήματα, ξεμένεις κι από δάχτυλα, σου μένει μόνο η ελπίδα να κάνεις κάτι να βγεις αλλιώς απ’ το πηγάδι. Κι εκλέγεις άλλους αρμόδιους μπας και ζήσεις τ’ όνειρο. Μπράβο σου που σήκωσες κεφάλι!

Πάνε λοιπόν οι νέοι αρμόδιοι να κάνουν τα παζάρια. Τα κάνουν όπως σου είπανε κι όπως άλλωστε το θέλησες. Μα εσύ, αντρειωμένος τόσο καιρό στη φενάκη και το φόβο, συνηθισμένος να ζεις με ψίχουλα και μες στις ακαθαρσίες σου, κάνεις πίσω! Τίποτε δε σ’ αρέσει, με τίποτε δεν είσαι ικανοποιημένος. Διχάζεσαι, ταράζεσαι και τάσσεσαι πάλι δίπλα σε εκείνους που καιροφυλαχτούν, που περιμένουν το στραβοπάτημα να πουν «τα ’λεγα εγώ» και να χριστούν σωτήρες.

Μα δεν το βλέπεις; Ένα σου βήμα πίσω τώρα θα σημάνει τον ολικό σου ακρωτηριασμό. Αν όμως συνεχίσεις μπρος και στηρίξεις την αλλαγή και την απόφαση που πήρες λίγο πριν μπορεί και να κερδίσεις. Στη μια περίπτωση τα χάνεις όλα, στη δεύτερη έχεις μισές πιθανότητες να μείνεις για πάντα στο πηγάδι, αλλά και μισές να αναδυθείς.  

Εμάς τους Έλληνες «ζάφτι» δε μας έκαναν και δε θα μας κάνουνε ποτέ. Αργά ή γρήγορα βρίσκουμε τρόπο  κι ανασταινόμαστε και «ξανά προς τη δόξα τραβάμε». «Με τα τέσσερα», μάλιστα, που λένε. Κινάμε έτσι μπροστά με ατίθασο κεφάλι «τσινιάρικης φοράδας», αλλά... με σώμα ποντικού και με ουρά φιδιού. Σαν κι εκείνα τα μυθικά τέρατα των προγόνων μας. Όπως το είπα απέξω απέξω και πριν, είμαστε ένας ηλίθιος λαός καταχανάδων.

(καταχανάς = βρικόλακας, εδώ: δημόλακας)

Σάββατο, 17 Ιανουαρίου 2015

Ιδιοτροπίαι τέκνων παιδεύουσι γονέας

Συχνά, εμείς οι γονείς βρισκόμαστε αντιμέτωποι με καταστάσεις μέσα στο σπίτι και με αρνητικές συμπεριφορές των παιδιών μας τις οποίες νομίζουμε ότι δεν μπορούμε να διαχειριστούμε. Οι επιπλήξεις και η επιβολή ποινών σπάνια λειτουργούν. Οι υστερικές φωνές βλάπτουν την ψυχολογία των μικρών μας τυράννων. Τι κάνουμε λοιπόν; Ρίχνουμε όλο το φταίξιμο πάνω μας, πιστεύοντας ότι είμαστε κακοί γονείς και αφήνουμε αυτές τις καταστάσεις να διαιωνίζονται; Ή τρέχουμε στους ψυχολόγους, ζητώντας απεγνωσμένα βοήθεια από τους ειδικούς για – κατά τ’ άλλα – όχι και τόσο αφύσικες αντιδράσεις των παιδιών μας; Προσωπικά, έχοντας δοκιμάσει τα πάντα, για να αντιμετωπίσω τις ιδιοτροπίες της μικρής μου – και εννοώ τη συχνή γκρίνια και το κλάμα της –, αλλά και αναγνωρίζοντας τη μεγάλη μορφωτική αξία και τον ηθοπλαστικό χαρακτήρα του παραμυθιού, σκαρφίστηκα και της λέω την ιστορία που θα παραθέσω πιο κάτω. Σκέφτηκα να τη μοιραστώ, μια και η κακή συνήθεια να κλαίει η κόρη μου σπαραχτικά, όποτε κάτι δεν της πηγαίνει καλά, έχει ως διά μαγείας περιοριστεί και στο σπίτι είμαστε σχετικά πιο ήρεμοι τώρα. Κι αν πάλι επιστρέψει η ένταση, της θυμίζω το Γιαννάκη:
 
Ήταν μια φορά κι έναν καιρό ένα μικρό αγοράκι, που το έλεγαν Γιαννάκη. Ήταν τριών μόλις χρόνων, είχε μπουκλάκια στα μαλλιά που κάλυπταν τα δυο του αφτιά, μεγάλα μάτια και του άρεσαν πολύ οι πλαστελίνες. Έφτιαχνε μ’αυτές όλων των ειδών τα σχήματα, τετράγωνα, τρίγωνα και ρόμβους. Ήταν πολύ ζωηρό παιδάκι και αγαπούσε τη μαμά και τον μπαμπά, αλλά πολλές φορές μέσα στη μέρα έβαζε άδικα τα κλάματα και γκρίνιαζε χωρίς κάποιον πραγματικά σπουδαίο λόγο. 

Ήθελε, βλέπετε, να γίνεται πάντοτε το δικό του.  Όταν πήγαινε με τους γονείς του στο σούπερ μάρκετ για τα ψώνια της εβδομάδας, κλαψούριζε, γιατί ήθελε να του παίρνουν συνέχεια τις σοκολάτες που γυάλιζαν στα ράφια κι όταν ερχόταν η ώρα που έπρεπε να ξαπλώσει στο ζεστό κρεβάτι του και να κοιμηθεί, γκρίνιαζε, γιατί ήθελε να μείνει ακόμη λίγο ξύπνιος και να παίξει κι άλλο. Την ώρα του φαγητού αρνιόταν πεισματικά να φάει λαχανικά και όσπρια και, όταν τον πίεζαν έστω να τα δοκιμάσει, πλημμύριζαν καυτά δάκρυα τα μάτια του και χύνονταν στα μάγουλά του. Στην παιδική χαρά έκλαιγε δυνατά, άμα δεν είχε άδεια κούνια να κάτσει και κάθε φορά που πήγαινε στο σπίτι του Αποστόλη, που ήταν λίγο μεγαλύτερος και δεν ήθελε να μοιραστεί με κανέναν τα παιχνίδια του, άρχιζε πάλι τα κλάματα και έτρεχε στη μαμά του, αποζητώντας τη συμπόνια της.

Η μαμά του δεν ήξερε πια τι να κάνει! Τον λάτρευε το Γιαννάκη της και λυπόταν που τον έβλεπε σε αυτή την κατάσταση. Όμως είχε τώρα αγανακτήσει. Έτσι, αποφάσισε να σταματήσει να τον καλοπιάνει και να του κάνει τα χατίρια, στην προσπάθειά της να τον καθησυχάσει, όποτε εκείνος ξεσπούσε σε λυγμούς. Δεν άντεχε άλλο αυτή την απαράδεκτη και ανυπόφορη συμπεριφορά. Κι όταν μια μέρα το αγοράκι της άρχισε το γοερό κλάμα, γιατί δεν έβρισκε τον κόκκινο μαρκαδόρο του, η μητέρα του, αντί να αφήσει αμέσως τις δουλειές της και να ψάξει να τον βρει, για να του τον δώσει, όπως έκανε συνήθως, προσποιήθηκε ότι δεν άκουγε και συνέχισε αδιάφορη το πλύσιμο των πιάτων στο νεροχύτη.

Ο Γιαννάκης συνέχισε το κλάμα απαρηγόρητος, μέχρι που η μαμά του του είπε με έναν πολύ άγνωρο και παγωμένο τόνο στη φωνή της: «Αρκετά, Γιαννάκη!».

Εκείνος παραξενεύτηκε και σταμάτησε το κλάμα. Δεν είχε ξαναδεί τη μαμά του να αντιδρά έτσι... Κατσούφιασε και κατέβασε το απορημένο βλέμμα του στο πάτωμα και – να σου! – ξαφνικά εκεί είδε τον πεσμένο μαρκαδόρο και τον σήκωσε με χαρά και καμάρι! Ούτε που θυμόταν πια για ποιο λόγο έκλαιγε μόλις πριν από λίγο.

Το σκηνικό επαναλήφθηκε πολλές φορές. Ο Γιαννάκης τσίριζε για το έναν ή τον άλλον λόγο, όταν δεν μπορούσε να καταφέρει κάτι, άμα θύμωνε με κάτι άλλο ή όποτε δεν τον πρόσεχαν αρκετά, αλλά η μητέρα του έδειχνε να μην ταράζεται. Άλλοτε έφευγε από το δωμάτιο και τον άφηνε μόνο του εκεί να γκρινιάζει, άλλοτε έμενε απορροφημένη στην ανάγνωση μιας συνταγής που είχε βρει στο διαδίκτυο και άλλοτε συνέχιζε ανενόχλητη τις αγορές της στα καταστήματα.  

Αλλά δεν ήταν μόνο η συμπεριφορά της μητέρας του απέναντί του που είχε αλλάξει. Σιγά σιγά κανένας από τους φίλους του στην παιδική χαρά δεν ήθελε να παίξει μαζί του και όλοι τον είχαν κάνει πέρα. Κι ο Αποστόλης, όποτε ο Γιαννάκης πήγαινε στο σπίτι του, κλεινόταν στο δωμάτιό του και δεν του άνοιγε την πόρτα!

Ο Γιαννάκης τα είδε και τα σκέφτηκε όλα αυτά. Δεν ήθελε να τον αγνοούν οι γονείς του ούτε να τον  απορρίπτουν οι φίλοι του. Είχε μείνει μόνος του, αυτός και η γκρίνια του! Ένοιωθε ότι κανείς δεν τον αγαπούσε. Ότι κανείς δεν τον ήθελε. Και αποφάσισε να αλλάξει!

Ήταν η μεγαλύτερη απόφαση της μέχρι τότε ζωής του. Άλλαξε εκείνος και άλλαξαν όλα. Σταμάτησε το κλάμα και την γκρίνια και τώρα τού αγόραζαν σχεδόν ό,τι ήθελε. Τις περισσότερες φορές τού παραχωρούσαν την κούνια τους τα παιδιά, όταν τον έβλεπαν να έρχεται, και πάντα τον άφηναν να παίζει μαζί τους. Μέχρι κι ο Αποστόλης άρχισε να μοιράζεται μαζί του όλα του τα παιχνίδια και να του χαρίζει μάλιστα και ζωγραφιές που είχε φτιάξει ειδικά για εκείνον. 

Ο Γιαννάκης ήταν ευτυχισμένος ξανά. Είχε την αγάπη, την προσοχή και την αποδοχή όλων! Η κάθε του μέρα τώρα ήταν πιο φωτεινή, γεμάτη παιχνίδι και ξεγνοιασιά.

Η γκρίνια, λοιπόν, μας κάνει αποκρουστικούς, αφού τούς διώχνει όλους μακριά μας. Το κλάμα δε μας βοηθά να κερδίσουμε αυτό που θέλουμε. Η ιδιότροπη συμπεριφορά δεν είναι καθόλου καλή σύμβουλος. Με σωστή συμπεριφορά, όμως, και ευγενικούς τρόπους όλα τα καταφέρνουμε.